Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Γρ. Ξενόπουλου στο Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Zακυνθίων.


                                                                 


Ένα Σύγχρονο Μουσείο δεν έχει πλέον τον προορισμό μόνο να συγκεντρώσει και να αρχειοθετήσει το μουσειακό του υλικό, αλλά να το εκθέσει και να λειτουργήσει εκπαιδευτικά προς τους νεώτερους. Η δημοσιοποίηση του υλικού ενός Μουσείου αποτελεί τη σοβαρότερη δραστηριότητά του, αφού το κάνει γνωστό και το εντάσσει δυναμικά στην ζωή του τόπου.
Το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων έχοντας σαν στόχο την επίτευξη του ρόλου του ως Σύγχρονο Μουσείο, δραστηριοποιείται προς την κατεύθυνση αυτή. Έτσι συμμετέχοντας ενεργά στον εορτασμό των 150 χρόνων από τη γέννηση του Γρηγορίου Ξενόπουλου, οργανώνει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα σχολεία της Α’/θμιας & της Β’/θμιας Εκπ/σης με τίτλο «Γρηγόριος Ξενπόπουλος: ένας ακούραστος εργάτης της πένας».
Στο πρόγραμμα αυτό οι μαθητές παρακολουθούν αρχικά το ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Τάσου Ψαρρά για τον Ξενόπουλο, από τη σειρά «Εποχές & Συγγραφείς» της Ετ1, του 1999, και στη συνέχεια  εξοικειώνονται με το μουσειακό και αρχειακό  υλικό.
Έτσι με αφορμή την προθήκη της Αίθουσας Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, που είναι αφιερωμένη στο μεγάλο λογοτέχνη και θεατρικό συγγραφέα, γνωρίζουν τις Συλλογές και το αρχείο του Μουσείου, τα οποία πλουτίστηκαν με δωρεές ιδιωτών και μελών της οικογένειάς του.
Κατ΄ έτος οι δωρεές που εισήλθαν στο Μουσείο είναι οι εξής:
Α) Έτος 1965: Ο Νικόλαος Βαρβιάνης παραδίδει σειρά φωτογραφιών, που τραβήχτηκαν με δαπάνη του Μουσείου από τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Ξενόπουλου, έργο του γλύπτη Σαφιολάκη, στη συνοικία του Άμμου, στις 30 Ιουλίου 1961.
Β) Έτος 1968: Τότε πραγματοποιείται η δωρεά της αδελφής του, Χαρίκλειας Ξενοπούλου. Απ’ αυτή προέρχονται: η προσωπογραφία, σκίτσο με μολύβι, φιλοτεχνημένη από την ίδια. Επίσης: το ρολόι του, η πίπα του, το σταχτοδοχείο του από φίλντισι, δύο πενόξυλα, δύο πενίτσες, δύο φοντανιέρες, το ποτήρι, το πιάτο, η βάση του ποτηριού με χαραγμένο το όνομά του, το μελανοδοχείο, μπουκαλάκι-μελανοδοχείο, κουτάλι κομπόστας, κουτάλι σούπας, μαχαίρι, πιρούνι, μολύβι, χαρτοκόπτης, πετσέτα και πετσετοθήκη.
Γ) Έτος 1968: το Θεατρικό Μουσείο δωρίζει στο Μουσείο Σολωμού αυθεντικές φωτογραφίες από θεατρικές παραστάσεις έργων του Ξενόπουλου.
Δ) Έτος 1979: Ο Αντώνιος Καρδιανός δωρίζει μαζί με άλλα αντικείμενα, δύο ελαιογραφίες σε γυαλί, έργα της αδελφής του Χαρίκλειας.
Ε) Έτος 1981: Πραγματοποιείται η δωρεά της κόρης του Ευθαλίας Ξενοπούλου - Νάτσιου. Απ’ αυτή προέρχονται: η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ξενόπουλου με το μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, οι τρεις οικογενειακές φωτογραφίες μέσα σε κοινό πλαίσιο της προθήκης  και το εκμαγείο του προσώπου και του δεξιού χεριού, έργα του γαμπρού του, γλύπτη Χριστόφορου Νάτσιου.
ΣΤ) Έτος 1982: η Ευθαλία δώρισε τις βέρες του. Στην επιστολή της προς το Μουσείο, η δωρήτρια τις περιγράφει ως: «τα δακτυλίδια του πατέρα μου, τα οποία εσωτερικά δεν φέρουν σκαλισμένο το όνομά τους γιατί δεν θέλησαν να τα ξαναβγάλουν από τα χέρια τους και αυτό δείχνει τη γνησιότητά τους».
Ζ) Έτος 1983: Ο Σύνδεσμος Μελών Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας, δωρίζει επιστολή με ημερομηνία 22/6/1883, του δεκαεξαετή Γρηγορίου Ξενόπουλου προς το συμμαθητή του Διον. Κλάδη, που περιέχει λόγους παραμυθίας για το θάνατο του πατέρα του (πρώιμη γραφή σε άπταιστη καθαρεύουσα).
Η) Έτος 2002: Ο Σταμάτιος Δέγλερης, ο οποίος είχε εργαστεί στα ορεινά της Ζακύνθου ως επιβλέπων Υπομηχανικός στο Τάγμα Μηχανικού, που είχε αναλάβει την ανοικοδόμηση της Ζακύνθου μετά τους σεισμούς του 1953, δωρίζει τα χειρόγραφα, που είχαν περιέλθει στην κατοχή του από παλαιοβιβλιοπωλείο που κατεδαφίστηκε επί παρόδου της οδού Ακαδημίας.
Θ) Έτος 2016: Τρία σκίτσα της Ελένης Γούναρη για το πρόγραμμα του συνεδρίου που οργάνωσε η Εταιρεία ΠΛΑΤΥΦΟΡΟΣ με θέμα: «Γρ. Ξενόπουλος. 50 χρόνια μετά…», 16-18 Νοεμβρίου 2001, τα οποία δώρισε η εικαστικός στο Μουσείο μετά το τέλος της ατομικής της έκθεσης με τίτλο : «ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ», που πραγματοποιήθηκε πέρυσι τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο.
Στην βιβλιοθήκη του Μουσείου οι μαθητές έρχονται σε επαφή με  τα έργα του Ξενόπουλου από παλαιές και νεώτερες εκδόσεις προερχόμενες από τη Βιβλιοθήκη του Μαρίνου Σιγούρου και με τα χειρόγραφά του που προέρχονται από τη Δωρεά Δέγλερη.
Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ολοκληρώνεται με προτροπή στους μαθητές να φιλοτεχνήσουν τη μορφή του Ξενόπουλου και να καταγράψουν την εμπειρία τους από την επίσκεψη στο Μουσείο, όταν επιστρέψουν στο σχολείο τους. Τα έργα τους αφού αντιγραφούν ψηφιακά θα αναρτηθούν στις ψηφιακές πλατφόρμες του Μουσείου:
Διευθύνσεις ψηφιακής προβολής:
Ιστοσελίδα: http://zakynthos-museumsolomos.gr/
Facebook: https://www.facebook.com/museumsolomos/
Instagram: https://www.instagram.com/museumsolomos/


Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Παρουσίαση του βιβλίου της Διονυσίας Μούσουρα: «Ταξίδια που δεν τέλειωσαν». Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, Σάββατο 22-7-2017


Aγαπητοί Φίλοι,
Καλωσορίζοντάς σας απόψε σ’ αυτήν την ξεχωριστή βραδιά για τα Γράμματα της Ζακύνθου και της Ομογένειας της Αυστραλίας, την αφιερωμένη στο καινούργιο, 8ο κατά σειρά, βιβλίο της Διονυσίας Μούσουρα και το 4ο της που παρουσιάζεται στο νησί μας, θα  ήθελα κατ’ αρχήν να σας ευχαριστήσω, επειδή μέσα στις τόσες εκδηλώσεις που γίνονται, επιλέξατε να είσαστε κοντά μας (Ελεωνόρα Ζουγανέλη, συγνώμη…). Να ευχαριστήσω επίσης και τους νεαρούς φίλους μας, που στερήθηκαν για λίγο την βόλτα τους για να είναι και αυτοί εδώ (Σπύρο, ευχαριστώ…). Να επισημάνω αόρατες παρουσίες και ορατές απουσίες (Γιώργο Γεωργιάδη, σε νοιώθω, είσαι και συ εδώ…). Να σας ζητήσω τέλος να χαλαρώσετε, γιατί δεν πρόκειται, μετά τη μουσική του Γιάννη Παντάκη, να σας ζαλίσω, με βαθυστόχαστες φιλολογικές προσεγγίσεις.
Στις προηγούμενες παρουσιάσεις των βιβλίων της Διονυσίας, είτε γραπτά είτε προφορικά, είχα σχολιάσει το θέμα του νόστου και είχα καταλήξει ότι, στις ιστορίες που αφηγείται, έχει απαλλαγεί από τη μυθοποίηση στοιχείων, που μπορούν να δυσκολέψουν σε συναισθηματικό επίπεδο τη γραφή της, καθώς αποδέχεται ότι, η ονειρεμένη πατρίδα μας δεν έχει χωρικά σύνορα, η εστία μας είναι εκεί που καίει η φωτιά της καρδιάς μας.
Είναι βέβαια πρόδηλο ότι στη δεύτερη πατρίδα της βρήκε την κατάλληλη αγκαλιά για να μπορέσει να ξεκλειδώσει τον λογοτεχνικό της θησαυρό και να τον εκθέσει μέσα από τον γραπτό λόγο. Γι’ αυτό δεν θα με παρεξηγήσετε εάν στο πρόσωπο του εκδότη κ. Ιάκωβου Γαριβάλδη, που ήρθε από τόσο μακριά για να είναι απόψε κοντά μας, ευχαριστήσω εκείνη τη θετή πατρίδα που την αγκάλιασε τόσο στοργικά, και έτσι, το δικό μας «άνθος», που ξεπήδησε μέσα από «το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός», μοσκοβόλησε τον αέρα των Αντιπόδων.
Αλλά το ερώτημα είναι: «έφυγε ποτέ η Διονυσία από την πολυαγαπημένη της Ζάκυνθο;». Η ερώτηση είναι ρητορική, γιατί η Διονυσία, με την καθημερινή της διαδικτυακή παρουσία στα κοινά της Ζακύνθου (όπως αντίστοιχα και της Μελβούρνης), αφουγκράζεται, σχολιάζει, στηλιτεύει, συμπάσχει για όλα τα κακώς κείμενα και αποδεικνύει ότι καταφέρνει να επιτύχει το ακατόρθωτο: να μικρύνει τις αποστάσεις και ελαχιστοποιώντας τις, να συμπιέσει μέσα στα διηγήματά της και τον ίδιο το χρόνο!
Είναι ο χρόνος που μοιράζεται ισόρροπα ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη πατρίδα, μέσα στις 38 ιστορίες του βιβλίου «Ταξίδια στον χρόνο που δεν τελείωσαν». Ιστορίες για πρόσωπα και γεγονότα, που γίνονται στις δύο ηπείρους, που μοιράζει την πνευματική της παραγωγή, ιστορίες προτερόχρονες ή σύγχρονες με τη δική μας εποχή, ιστορίες γραμμένες με άνεση και αποφασιστικότητα, που καταφέρνουν να μετασχηματίσουν τον αρχικό πόνο του ξεριζωμού και να τον μετατρέψουν σε κινητήριο δύναμη για κατάθεση ψυχικού πλούτου, δημιουργίας, έρωτα και «ανοιχτών συνόρων».
Με άνεση και ζωντάνια, η Διονυσία καταγράφει πραγματικές ανθρώπινες ιστορίες ή δίνει αυτοβιογραφικές εμπειρίες, αλλάζοντας τα ονόματα των προσώπων και μας γνωρίζει μοναχικούς ηλικιωμένους ανθρώπους, ιδανικούς αυτόχειρες, αφοσιωμένους εραστές σ’ έναν έρωτα χωρίς μέλλον, έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας που ντύνονται με σκαμπρόζικες ιστορίες, γιορτές στην νέα πατρίδα, που σχολιάζονται με σεβασμό και πολύ χιούμορ.
Όλες οι ιστορίες συνδέονται με κάποιο προσωπικό τρόπο μαζί της. Είναι ιστορίες με πρωταγωνιστές γείτονες, συγγενείς, συμμαθητές, ασθενείς. Είναι ιστορίες για τόπους, έθιμα, γεγονότα που διαβήκαμε, πραγματώσαμε ή βιώσαμε. Είναι ιστορίες που μας αγγίζουν, γιατί αναγνωρίζουμε μέσα σ’ αυτές τους δικούς μας ανθρώπους, την εποχή τους, τις αγωνίες και το μόχθο τους.
Κυρίως όμως είναι ιστορίες που λένε αλήθειες. Αλήθειες για την ανθρώπινη φύση και τον αγώνα της ενάντια στη φτώχεια, την εκμετάλλευση, την εξαθλίωση, τα γηρατειά. Και μέσα σ’ αυτές γνωρίζουμε και την ίδια τη Διονυσία: το αγωνιστικό της πνεύμα, την ανθρωπιστική πλευρά της δουλειάς της, τον επαγγελματισμό με τον οποίο καταπιάνεται σε κάθε τι και το ολοκληρωτικό δόσιμό της στη συγγραφή.
Νιώθουμε δηλαδή ότι αυτό που πιάνουμε στα χέρια μας είναι πολύ σπουδαίο γιατί είναι σπουδαίο για την ίδια, η οποία καταφέρνει να κάνει τους απλούς ανθρώπους που μας γνωρίζει εξίσου σπουδαίους.
Γι΄ αυτό είναι το /τα βιβλία της σημαντικά. Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη αναγνωσιμότητα στην Ομογένεια που ζει και δραστηριοποιείται. Και για αυτό θεωρούμε ευλογία την έλευσή της ακόμα μια φορά στο νησί της/μας , για να μας γνωρίσει τις καινούργιες της ιστορίες.
Ευτυχώς λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, που τα ταξίδια δεν τέλειωσαν και θα συνεχίζονται και στο μέλλον ανάμεσα σε Ζάκυνθο και Μελβούρνη, όσο η Διονυσία γράφει και θα συνεχίζει να γράφει τις ιστορίες της…

Σας ευχαριστώ!

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

«Σκιαί ερριμμέναι στην ελλαδική προσέγγιση του φωσκολικού έργου»



Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί Φίλοι,

Δύο, από τις τρεις προσδιοριστικές λέξεις, του υπότιτλου του βιβλίου, που παρουσιάζεται απόψε, με παρακίνησαν να δεχτώ την πρόσκληση να συμπαρουσιάσω κι εγώ (ως μύγα μες το γάλα ή μ΄ άλλα λόγια ως μία αρχαιολόγος με ειδικότητα την Ιστορία Τέχνης, ανάμεσα σε φιλολόγους), το βιβλίο της κ. Σγουρίδου, την οποία και γνώριζα μόνο τηλεφωνικά και συνδέθηκα μαζί της στο διάστημα της αγωνιώδους προσπάθειας για υπερνίκηση των εμποδίων της μανδαρινικής γραφειοκρατίας, που ταλανίζει την έκδοση ενός βιβλίου στην Ελλάδα σήμερα.
Και αυτές οι δύο λέξεις, μου γέννησαν την περιέργεια να βυθιστώ στην ανάγνωσή του, αφήνοντας κατά μέρος, τις περί εξειδικευμένης φιλολογικής μελέτης ανασφάλειες. Πρόκειται για τις λέξεις  Απεικονίσεις - Αντικατοπτρισμοί. Οι λέξεις αυτές γέννησαν και τον τίτλο της αποψινής μου προσέγγισης στο βιβλίο της κ. Σγουρίδου, το οποίο πιστεύω ότι το γνωρίσατε διεξοδικά από τους προηγούμενους έγκριτους ομιλητές.
Έτσι χαλαρωμένη από την ανάγκη να σας μιλήσω για κάτι που ήδη το γνωρίζετε και μάλιστα από τους ειδικούς, θα εστιάσω  στην δική μου οπτική ανάγνωσης, εξηγώντας σας και τον τίτλο της αποψινής μου ομιλίας.
Σπεύδω λοιπόν να σας πω ότι, ο αποψινός τίτλος είναι εμπνευσμένος από το βιβλίο του Ernst H. Gombrich: «Σκιαί Ερριμμέναι. Η απόδοση της σκιάς στη Δυτική Τέχνη», εκδ. Άγρα, 1999, που κυκλοφόρησε στην Αγγλία με την ευκαιρία της σχετικής έκθεσης στην Αίθουσα Sunley της National Gallery του Λονδίνου (2 Απριλίου – 18 Ιουνίου 1995).
Στο βιβλίο αυτό, ο Ιστορικός Τέχνης που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και διαβάζουμε έναν πίνακα ζωγραφικής, εξηγεί ότι «”ερριμμένη σκιά”, είναι η σκιά την οποία ρίχνει στο έδαφος ή αλλού το αναπαριστώμενο αντικείμενο».
 «Οι καλλιτέχνες αξιοποιούν τις "ερριμένες σκιές" (cast shadows, ombres portées) για να τραβήξουν την προσοχή στον τρόπο που αποδίδουν το φως και να τονίσουν τον όγκο των αντικειμένων. Επίσης, οι σκιές αυτές ενίοτε συμβάλλουν στη γενικότερη ατμόσφαιρα του πίνακα, ή αποκαλύπτουν την παρουσία προσώπων και αντικειμένων που δεν περιλαμβάνονται στην καθαυτό σύνθεση».
Πώς σχετίζονται λοιπόν οι «ερριμμέναι σκιαί» με το φωσκολικό έργο;
Αντλώντας την ορολογία από το βιβλίο του Gombrich, αλλά και από τις δύο λέξεις του υποτίτλου του βιβλίου της κ. Σγουρίδου που προανέφερα, σας προτείνω να παρατηρήσετε τις εναλλαγές και τις μεταβολές της ίδιας σας της σκιάς όταν περπατάτε βράδυ σε δρόμο φωτισμένον από φανοστάτες. Όταν βρισκόσαστε κοντά στο φανάρι, η σκιά σας κονταίνει και πέφτει στο πλάι, βαθμιαία ακολουθεί την κατεύθυνση προς την οποία κινείστε, γίνεται πιο στενόμακρη, ώσπου το φως του επόμενου φανοστάτη να την αντικαταστήσει με τη σκιά που πέφτει πίσω σας.
Αν αντικαταστήσουμε τη λέξη «φανάρι» με το έργο του Ποιητή, τότε η πρόσληψη του φωσκολικού έργου από μελετητές που πλησιάζουν ή απομακρύνονται χρονολογικά από αυτόν (σύγχρονοι-μεταγενέστεροι), αλλά και από μελετητές που συγγενεύουν ή όχι χωρικά με αυτόν (επτανήσιοι - εκτός Ιονίου περιβάλλοντος - ελληνικής καταγωγής που διαβιούν μόνιμα στην Ιταλία), τότε αντιλαμβανόμαστε τη σπουδαιότητα του βιβλίου της κ. Σγουρίδου.
Γιατί ακριβώς μέσα από τις σελίδες του, αποκτάμε τη μέθοδο που μας βοηθά να αναγνώσουμε  τον φωσκολικό «πίνακα».
Η σχολαστική αποδελτίωση δύο αιώνων λογοτεχνικής παρουσίας που σχετίζεται με τον Ποιητή δεν αρκείται στην χρονολογική παράθεση.
Προχωρά σε ταξινόμηση: 
Α) Όσα γράφτηκαν όταν ο Φώσκολο ήταν εν ζωή (τα δύο στιχουργήματα του Αντ. Μαρτελάου) και
Β) Όσα είδαν το φως μετά το θάνατό του (1827).
Η ταξινόμηση, χάρις στις πλούσιες γνώσεις της, βαθαίνει, όταν διεξοδικά αναλύει κάθε στίχο, κάθε δημιουργική πέννα.
Η επισήμανσή της ότι: α) Ουδείς εκ των δημιουργών αυτών γνώριζε προσωπικά τον Φώσκολο και συνεπώς παρατηρείται έντονη διαφοροποίηση ως προς το ύφος και το περιεχόμενο σε σχέση με τις ποιητικές καταθέσεις της προσολωμικής περιόδου, και ότι β) η συντριπτική πλειοψηφία είναι επτανήσιοι, πιάνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον καθοδηγεί στο λογοτεχνικό καλντερίμι, με φανοστάτη το φωσκολικό έργο.
Με την ίδια ευκολία που μελετά το έργο των επτανήσιων (και που τόσο γλαφυρά μας ανέπτυξε η κ. Βίτσου), μελετά και τη συνεισφορά του Δημητρίου Βικέλα, του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, του Λίνου Πολίτη, του Νικολάου Τωμαδάκη, της Μαργαρίτας Δαλμάτη, του Μιλτιάδη Μαλακάση, του Όμηρου Μπεκέ, του Κωστή Παλαμά, του Γεωργίου Αθάνα και του Στυλιανού Αλεξίου.
Η βαθιά της γνώση στην κατανόηση της εκφραστικής πολλαπλότητας που επικρατεί σε κάθε λογοτεχνική εποχή, διευκολύνει τον αναγνώστη να αποκτήσει συνολική εικόνα της λογοτεχνικής παραγωγής που αφορμή της στάθηκε το φωσκολικό έργο.
Έχει μάλιστα την ευαισθησία να διακρίνει ότι δεν είναι μόνο η εργογραφία του Ποιητή, αλλά και η αποτύπωση της δραματικής προσωπικότητάς του, η μαχητικότητα, ο επαναστατικός του χαρακτήρας, που ενδόμυχα, επιτρέψτε μου αυθαιρετώντας να διατυπώσω, την ζηλεύουν οι πνευματικοί άνθρωποι, που κλεισμένοι μέσα στην ασφάλεια του γραφείου τους, «συγγράφουν» για τα δεινά του πλανήτη.
 Ο ελληνοϊταλός όμως Φώσκολος, από τη νεανική του κιόλας ηλικία στη Ζάκυνθο, δεν δίστασε να υψώσει το ανάστημά του και να φορέσει πολεμική στολή για να πολεμήσει για κείνο που θεωρεί άδικο.
Γι’ αυτό το έργο του, που αποτελεί μία μόνο από τις εκφάνσεις της έντονης προσωπικότητάς του, αποκτά όγκο, τέτοιον που στην λογοτεχνική οδό, βρίσκει τόσους πολλούς θαυμαστές, οι οποίοι συνομιλούν διακειμενικά μαζί του.
Το γεγονός αυτό εντοπίζει και η κ. Σγουρίδου στο βιβλίο της γράφοντας χαρακτηριστικά: «δύο αιώνες περίπου από την εκδημία του Φώσκολο, σήμερα εντοπίζονται στο χώρο της Ζακύνθου δημιουργοί που δεν τον αντιμετωπίζουν απλώς ως ένα στοιχείο της παράδοσης, αλλά ως λειτουργική παρουσία, ως αναπόσπαστο  τμήμα της ζωής τους, δρουν και παράγουν αξιοποιώντας με ανανεωτικό τρόπο την κληρονομιά του…». «Αλλά ακόμη και κάποιοι δημιουργοί, που εντάσσονται στο διαφοροποιημένο από την επτανησιακή παράδοση, αθηναϊκό περιβάλλον εκτίμησαν την προσφορά του στο χώρο της λογοτεχνίας ακόμη και κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αι. (Αθάνας 1978)».
Αξίζει δε να σημειώσουμε και την επιφύλαξή της, διότι όπως λέει χαρακτηριστικά,  «ουδείς γνωρίζει τι μπορεί να δημιουργείται την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές!!!»
Αυτές οι «ερριμμένες σκιές», Κυρίες και Κύριοι, είναι που ζωντανεύουν ακόμα περισσότερο την αξία του φωσκολικού έργου και εξάρουν το ρεαλιστικό και δραματικό στοιχείο του.
Το βιβλίο της κ. Σγουρίδου μας ξεναγεί με μοναδικό τρόπο στις διαβαθμίσεις φωτός και σκιάς στην επιφάνειά του, επιτρέπει να αντιληφθούμε την ποιότητα του περιεχομένου του, τις ανακλάσεις που δείχνουν την υφή του και την επίδρασή του στα διάφορα μήκη κύματος του φιλολογικού φάσματος που καθορίζει το περιεχόμενό του.
Την ευχαριστούμε γι’ αυτό και της ευχόμαστε καλοτάξιδο.

Σας ευχαριστώ!


H βιβλιοκριτική παρουσιάστηκε στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, την Κυριακή 2-7-2017.

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Μάχη Μουζάκη (1920-2016), η αδάμαστη Αρχόντισσα των Κήπων και η συμβολή της στη σύγχρονη Ζακυνθινή Ποίηση.




Kυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί Φίλοι,
Εάν η χρονική απόσταση είναι αυτή που καθορίζει τη σχέση μας με ένα πρόσωπο, τότε η μακρινή χρονικά σε μας Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου, θα ήταν μία μορφή δυσδιάκριτη και δεν θα μας απασχολούσε στο ελάχιστο.
Η δύναμη του έργου της ωστόσο και η στάση που η ίδια επέλεξε να επιδείξει μέσα στον ασφυκτικό κλοιό της εποχής της, καταργεί το χρόνο και ο λόγος της φτάνει σήμερα ζωντανός για να μας προβληματίσει.
Η επιστημονική και συγχρόνως γλαφυρή προσέγγιση της κ. Ρουκανά και των ηθοποιών που τον ζωντάνεψαν, μας την έφεραν ολοζώντανη απόψε, σ΄ αυτήν εδώ την αίθουσα.

Τι συμβαίνει όμως όταν έχουμε ένα πρόσωπο, με το οποίο δεν μας  χωρίζει χρονική απόσταση; Πόσο αντικειμενικά μπορούμε να σταθούμε απέναντι στο έργο του; Είναι εύκολο να διαχειριστούμε το συναίσθημα της πρόσφατης απώλειας, αφήνοντας πίσω τη συγκίνηση; Και πώς να  αποκλείσουμε συναισθηματικά ντοκουμέντα, που δικοί της άνθρωποι, μας πρόσφεραν με όλη τους την καρδιά, όταν πληροφορήθηκαν το θέμα της αποψινής εσπερίδας;
Δεν σας κρύβω, αγαπητοί φίλοι,  ότι προβληματίστηκα πάρα πολύ.
Έτσι αποφάσισα να στηριχτώ στην Ποίησή της, με οδηγό τον κ. Τάκη Πετρόπουλο και στα συναισθηματικά αυτά ντοκουμέντα, για να ξαναφέρω κοντά μας τη Μάχη Μουζάκη, που οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, γνωρίσατε προσωπικά.


Η ζωγράφος Μαρία Ρουσέα, λοιπόν, επιστήθια φίλη της, μου εζήτησε να σας διαβάσω το παρακάτω κείμενο με τίτλο «Από-ΧΩΡΙΣΜΟΣ», που έγραψε στις 9 Νοεμβρίου 2016, ημερομηνία θανάτου της  Μάχης:
…………………………………………………………………………………..
(Πρόκειται για τον ποιητή, πεζογράφο και θεατρικό  συγγραφέα  Τάκη Δόξα (1913  1976), φιλολογικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Λαμπρινόπουλου.)
Ίσως θα σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησα ανάποδα. Από το θάνατό  της. Αλλά η ιδέα μου ξεκινάει από το ότι, αυτό το γεγονός στη ζωή της Μάχης, είναι η αρχή για την δική μας συνειδητοποίηση της χρονικής απόστασης από το φθαρτό της σώμα και η παραδοχή της ες αεί πνευματικής της ζωής.


Εδώ η Μάχη με τα μάτια των ζωγράφων, από το αφιέρωμα του ηλεκτρονικού περιοδικού «Στον Ίσκιο του Ήσκιου», του π. Παναγιώτη Καποδίστρια.
Η Μάχη Μουζάκη γεννήθηκε το 1920, στη Ζάκυνθο, από αγροτική οικογένεια.
Όταν τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές της παρακολούθησε τρία χρόνια μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Τα πρώτα  της ποιήματα άρχισε να τα δημοσιεύει το 1950 σε Αθηναϊκές εφημερίδες, όπως «Βραδυνή»,  «Μάχη», «Φρουροί της Ειρήνης».
 Στη Ζάκυνθο δημοσίευε στις εφημερίδες «Αλήθεια» και «Πρόοδος», «Ζακυνθινή Ενημέρωση» και στη συνέχεια στις εφημερίδες «Ημέρα της Ζάκυνθος» και «Ερμής».
Τα ποιήματά της με την έλλειψη ομοιοκατάληκτου στίχου, προκάλεσαν αίσθηση στην εποχή της.
Ο Λεωνίδας Χ. Ζώης, το 1951,  σε κριτική του για ποιητική συλλογή λέει: «Κρίμα, αληθινά κρίμα, που ενώ η φαντασία είναι τόσο διάθερμη και ζωηρή, η γλώσσα τόσο ωραία και εκφραστική, βρίσκεται ο αναγνώστης μπροστά σε πεζοτράγουδα και συχνά απαντά στροφές που δεν έχουν το ίδιο μέτρο και τους λείπει η ομοιοκαταληξία, η κορνίζα της ποίησης»,.
Και η Μάχη του απαντά στις 4-1-1951: «Σεβαστέ μου φίλε κ. Ζώη….Καθώς είδατε, γράφω ελεύθερο στίχο. Δίχως μέτρα, ομοιοκαταληξία. Στη μοντέρνα ποίηση ο στίχος δε χρειάζεται να ρέει. Αυτά τα μέτρα κι οι ρυθμοί της μέχρι σήμερα ποίησής μας δε χρειάζονται. Σημασία έχει η ιδέα, ο τρόπος που θα διατυπωθεί το ποίημα. Μερικοί νομίζουν πως ο ελεύθερος στίχος είναι πιο εύκολος από τον παλιό. Δυστυχώς, είναι πιο δύσκολος.
 Ένα τέτοιο ποίημα, με την τόση του ελευθερία, πρέπει να είναι ποίημα και όχι πεζό. Να το πρώτο εμπόδιο που έχει να συναντήσει ο ποιητής. Δεν είναι να διαβάσει στιχουργική, μετρική, και μαζί με την έμπνευσή του να το φτιάξει, ή να παρακολουθήσει την Α ή Β σχολή ή τον ένα και τον άλλον ποιητή. Δηλαδή, να γίνει το παράσιτο ξένης τεχνικής. Σ’ εμένα συμβαίνει το αντίθετο: Θέλω τα ποιήματά μου να θυμίζουν εμένα και όχι παράσιτο. Θέλω να δώσω δική μου μορφή. 
Θ’ αναρωτιέστε, τι λέει αυτό το ρημάδι, δική της μορφή; Τόσοι και τόσοι σήμερα παιδεύονται να βρουν νέα μορφή στην ποίηση.  Ναι, όμως εγώ δε ζητώ μια γενική νέα μορφή, αλλά τη δική μου να βρω.
Τη δική μου; Ασφαλώς θα είμαι τρελή… Τι λέω; Μήπως δεν ξέρω πως όλα είναι εναντίο μου;  Κλεισμένη τις περισσότερες ώρες μέσα σε τέσσερις τοίχους, δίχως σχολική εκπαίδευση, με καθόλου πνευματική συντροφιά. Δίχως πολλά βιβλία... Μεγάλε μου φίλε, σκεφτήκατε τι ζητώ; Όχι να γράφω ποιήματα, όπως τόσοι και τόσοι, αλλά κάτι το ξεχωριστό. Φτάσω δε φτάσω, αδιάφορο.  Ενδιαφέρον έχει να προχωρώ παλεύοντας….».


Από το Χρονικό Αναπνοής (1951-2001), αλληλογραφία-κριτικές συνεντεύξεις, εκδ. Αίολος, Αθήνα 2003, θα ακούσουμε το ποίημα «Είπα».

   

Γι΄ αυτή την πανίσχυρη, ατσάλινη,  αλύγιστη θέλησή της, οι φίλοι της την έλεγαν: «Η Κυρία ΘΕΛΩ».


Το 1953 εκδίδει ένα μικρό φυλλάδιο με τίτλο «Η Ζάκυνθος μέσα στις φλόγες» και το 1954 το πρώτο ποιητικό της βιβλίο «Μια Ζωή τραγουδάει».


Συνολικά έχει εκδώσει περί τα 50 ποιητικά βιβλία, 6 τόμους αναδρομικά, 4 βιβλία πεζά, 2 ανθολογίες, 3 μεταφράσεις και παραμύθια.



Μετά το 1954, δημοσιεύει το 1956, 1963, 1965, 1966, 1968, 1970, 1971, 1973, 1974, 1975,1976, 1977, 1978, 1979, 1980, 1981, 1982, 1983, 1984, 1985, 1989, 1992, 1993, 1994, 1997, 1998, 1999, 2001, 2002, 2004, 2007, 2008. Μνημονεύω την τελευταία ποιητική συλλογή: «Η απεραντοσύνη του Όντος», 2008.
Στις διαφάνειες βλέπετε μία επιλογή από τις ποιητικές της συλλογές, αλλά και από αυτές που την έχουν ανθολογήσει, όπως «Η Ζάκυνθος στην ελληνική και ξένη ποίηση», που επιμελήθηκε ο Δ. Σέρρας.
Στο βιβλίο «Σύγχρονη Ζακυνθινή Ποίηση 1951-1981»,  ανθολόγησε η ίδια 10 σύγχρονους ζακύνθιους ποιητές (και με τον εαυτό της 11), που «η δουλειά τους διαθέτει οικουμενική εμβέλεια και σωστή αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της σύγχρονης ζωής», όπως λέει η ίδια.



Εκδοτικοί οίκοι που συμπεριέλαβαν στις εκδόσεις τους τα βιβλία ήταν: η Δωδώνη, ο Κέδρος, η Σύγχρονη Εποχή, ο Θουκυδίδης, ο εκδ. οίκος Αντιπαράλληλα, ο  Γκοβόστης και ο Αίολος.
Έγραψε επίσης παραμύθια:
-«Ασημένια παραμύθια» (Αργώ), α΄ έκδοση 1977, β΄ έκδοση 1978 (εξαντλημένα). Αναδημοσίευση με τίτλο «Οι αχτίδες του γέλιου της» (Σύγχρονη Εποχή), 2005.


Αλλά και πεζά:
-«Πρισματική μου Ευδοξία» (Σύγχρονη Εποχή),1987
-Η γυναίκα και τα οξύμωρα» (Σύγχρονη Εποχή), 1991
-«Χλόη χάριτος» (Σύγχρονη Εποχή), 1993.
-«Τα βρέφη της Ευτέρπης (Γκοβόστης).


Κατοίκησε σε Αθήνα, Ζάκυνθο και Νέα Υόρκη. Ως Γυναίκα, Μάνα, Κόρη και Αδελφή, μετουσιώνει σε ποιητικό λόγο κάθε γεγονός της προσωπικής της ζωής.
Με το θάνατο της μάνας έρχεται «η ώρα της πέτρας». Της αφιερώνει την ποιητική συλλογή: «Αγγέλικα, Η Κυρά των Κήπων», Αθήνα 1976.
Στην εισαγωγή – αφιέρωση «Όσα δε σου έλεγα», μαθαίνουμε για τους προβληματισμούς της σαν μικρό παιδί για την ύπαρξη του Θεού και  την υιοθέτηση της άποψης ότι ο Θεός υπάρχει παντού, ακόμα και στο πιο μικρό σκουληκάκι, ενώ βουτηγμένη στο πένθος διαπιστώνει ότι με το θάνατο της μάνας, που είναι η ίδια η ζωή, όλη η Φύση πενθεί.



Εδώ φωτογραφία από το αφιέρωμα του ηλεκτρονικού περιοδικού «Στον Ίσκιο του Ήσκιου», του π. Παναγιώτη Καποδίστρια.


Από πού όμως αντλεί την ποιητική της φλόγα; Μα από την πατρίδα της, τη Ζάκυνθο. Ο Γιάννης Ανδρικόπουλος γράφει: «σε κάθε λέξη της, σε κάθε στίχο της, υμνεί τη Ζάκυνθο, πονεί για τη Ζάκυνθο, νοσταλγεί την «περήφανη πηγή της». Έτσι θεωρήθηκε η σημαντικότερη Ποιήτρια της Ζακύνθου τον 20οαι. Είναι χαρακτηριστικοί  οι τίτλοι των πρώτων βιβλίων της: «Η Ζάκυνθος στις φλόγες» (1954), «Φωνές του Ιονίου» (1956), Οι κήποι της Ζακύνθου (1958), «Ζακύνθου μεταμοσχεύσεις» (1982).
Έχει πει: «όταν γράφω για την Ελλάδα, χωρίς να το καταλαβαίνω, οι μισοί στίχοι είναι για την Ελλα-Ζάκυνθο…».
Συγκλονισμένη από την καταστροφή του σεισμού του 1953, γράφει στις 13-8-1953, το ποίημα «Η Ζάκυνθος μέσα στις φλόγες». Ας το ακούσουμε:


Η Μάχη Μουζάκη είναι η πρώτη γυναίκα που μεταφράζει στα ελληνικά το «Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα (5ος-3ος αι. π.Χ.). Ο Γιάννης Κορίδης στο περιοδικό ΕΡΕΥΝΑ γράφει ότι «μόνον η γυναικεία ψυχοσύνθεση θα μπορούσε να αποδώσει το σύνολο του μηνύματος, την αγωνία και τον πόνο, την αγάπη και τον έρωτα, τον κόσμο ολόκληρο που υμνεί και δοξάζει το «Άσμα Ασμάτων».


Η Μάχη όμως είναι και βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο. Έτσι η Ποίησή της, που εμπνέεται από τα πολιτικά γεγονότα της εποχής, την οδηγεί να διαλέξει την πλευρά του αδικημένου. Η επιλογή γίνεται αβίαστα. Χωρίς να αισθάνεται ότι κάνει στρατευμένη Ποίηση. Ίσως γιατί μέσα από την πλευρά αυτή βρήκε τον πρώτο δάσκαλο που καθοδήγησε τα ποιητικά της βήματα.
Την Πρωτοχρονιά του ’55, ο Μενέλαος Λουντέμης  από την εξορία του Αη-Στράτη, της γράφει: «…Υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή για τον κάθε αληθινό ποιητή, μια χορδή ολότελα δική του, που περιμένει να την κρούσει ο ίδιος. Αν δεν τη βρει, τότε θα πει ότι δεν είναι ποιητής. Για σας όμως είμαι γεμάτος ελπίδες. Έχετε ένα έντονα δυνατό πάθος και μια πυρετική αίσθηση της ζωής, κι’ αυτό είναι μέταλλο που δεν χάνεται εύκολα εκτός αν το χαραμίσει κανείς ο ίδιος». Και:
«Να διαβάζετε πολύ, μέχρι λιποθυμίας. Μόνο έτσι θα διαμορφώσετε την πνευματική σας προσωπικότητα».
 Και στις 8-2-1955: «….Θα ‘θελα να ‘χετε  στο νου σας αυτό: Ότι στην ποίηση περισσότερη σημασία δεν έχει αυτό που γράφουμε  αλλά αυτό που έχουμε τη δύναμη να σβήσουμε. Ν΄ αγαπάτε πάντα την πρώτη σας έμπνευση αλλά να μην εμπιστεύεστε ποτέ τυφλά σ΄ αυτήν. Φευγάτε για λίγο και ξαναγυρίστε. Μόνο τότε θα βρείτε τι του λείπει και –προπαντός- τι του περισσεύει…»


Φαίνεται πως ακολούθησε πιστά τις συμβουλές του Λουντέμη. Έτσι είκοσι χρόνια αργότερα, γράφει το ποίημα: «Σε όσες μανάδες δε θα ξανακούσουνε τ΄ αηδόνι». Το περιλαμβάνει ο Διονύσης Σέρρας στο ποιητικό ανθολόγιο «Ζάκυνθος και Πολυτεχνείο, 1973-1983». Ας ακούσουμε ένα απόσπασμα από το Χορό, γραμμένο στις 17 του Νοέμβρη 1973, ώρα 8 το βράδυ:


Η  Μάχη όμως δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα γεγονότα της πατρίδα της. Όπως γράφει ο Γ. Ανδρικόπουλος «νοιώθει την ανάγκη να παρηγορήσει ακόμα και το λαό της Χιλής, η ποιήτρια που δεν είναι παρά ένα μόριο του Ιονίου».
Σε συνέντευξη που έδωσε στο δημοσιογράφο - εκδότη Φίλιππο Συνετό για την ειδική έκδοση της εφ. Εβδομάδα, που δημοσιεύτηκε στις 12/8/1992, λέει: «Πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να ονομάζεται όποιος δεν πάσχει για τα κακώς κείμενα. Προσπαθεί με λόγο και έργο. Ο Λόγος είναι το αποτέλεσμα της πράξης. Αν αυτά τα δύο δεν συμβαδίζουν, δεν γίνεται να είναι μια κάποια αξία στο κοινωνικό χάος που τον περιβάλλει. Όσο περισσότερες αξίες υπάρχουν σε μια χώρα τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάτασή της».
Σε αυτή της την απόφαση κάνει μέτοχο και τη Φύση.


Στην ποιητική συλλογή «Η Μελωδία ενός αναστήματος», η ανεμώνα του αγρού μπουμπουκιάζει, ενδυναμωμένη από τη φλόγα της καρδιάς της Ποιήτριας. Θέλει και η Φύση, η οποία επίσης καταδυναστεύεται από τις ανθρώπινες αποφάσεις, να παίρνει  δύναμη και να παρασύρεται από την επαναστατική ορμή της. Ας ακούσουμε το ποίημα «Ανεμώνα»:

Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί Φίλοι,
Από τις εκατοντάδες σελίδες που έγραψε η Μάχη Μουζάκη και γράφτηκαν γι΄ αυτήν, σταχυολόγησα λίγες μόνον γραμμές, στην προσπάθειά μου να φέρω ξανά το σχήμα της κοντά μας. Όσο η εικόνα της απομακρύνεται, τόσο το έργο της σιμώνει περισσότερο. Αποκτά αγέρωχο σχήμα και συναντά το έργο της Ελισάβετ.
Ας κρατήσουμε μόνον λίγες ακόμα από τις γραμμές της πριν τα φώτα σβήσουν, μέσα από:



Βίντεο 1: Ανέκδοτη ποίηση Μάχης Μουζάκη, από το αρχείο Ζακυνθίων Λογοτεχνών, της σελίδας kyklodioktos, του e-περιοδικού «Στον ίσκιο του ήσκιου», του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, τον οποίο ευχαριστώ ακόμα μία φορά για την  βοήθειά του να εισοδεύσω κι εγώ στον Κόσμο της Μάχης.

Το Τίποτα
Έχει Σχήμα
Και Ομορφιά
Πόσο ωραία είναι η Ζωή!
Το μαχαίρι στο ένα χέρι
Και η Φωνή μου
Στη Φωνή



Βίντεο 2:
Είδατε το Απέραντο
Σε σχήμα Πόνο,

Να δαγκώνει Εμένα;
Κάτσε Σώμα
Στη Σιωπή
Να γεννήσω τ’ άγνωστα.
Μες το πληγωμένο Εγώ
Κλείνω μάτια
Να μη βλέπω
Πόνο
Πόνο Γης.


Σας ευχαριστώ!

(Εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017, στο αφιέρωμα της ΧΕΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ και του ΡΟΤΑΡΙΑΝΟΥ ΟΜΙΛΟΥ στις δύο Ζακυνθινές γυναίκες - πρότυπα της λογοτεχνίας : την Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου και τη Μάχη Μουζάκη).




Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Mαρίας Φιορεντίνου, ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΚΟΥΖΙΝΑ: «Από το χειρόγραφο στον πάγκο της κουζίνας μας. Η περιπέτεια της συγγραφής ενός προλόγου…».

Από την παρουσίαση του βιβλίου την Τετάρτη 15-3-2017,  στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου. Διοργάνωση "Μανώλιες".

Πέρασαν κιόλας οκτώ χρόνια από την πρώτη έκδοση (2009)  του βιβλίου της καλής φίλης Μαρίας Φιορεντίνου  και  η αποψινή εκδήλωση θα μπορούσε από κάποιον να θεωρηθεί περιττή, αφού ο τόμος -καθώς περί τόμου ολόκληρου πρόκειται-, έχει πάρει ήδη θέση στο ράφι της βιβλιοθήκης μας.
Απόψε όμως, Αγαπητοί Φίλοι, κατά τη γνώμη μου, δεν κάνουμε παρουσίαση.
Κάνουμε μια επαλήθευση της χρηστικότητας μιας λαογραφικής πρωτίστως μελέτης, που η αντοχή της στο χρόνο, τεχνηέντως μασκαρεμένη πίσω από το «έγραψα ένα βιβλίο για τη μαγειρική της Ζακύνθου»  της Μαρίας, έχει δοκιμαστεί.
Έχει δοκιμαστεί η διαχρονικότητά του μέσα στις κατσαρόλες-παδέλες και τα τηγάνια μας.
Έχει δοκιμαστεί η αξιοπιστία του μέσα από την επιτυχημένη επανάληψη δεκάδων συνταγών.
Έχει δοκιμαστεί η αλήθεια του πλούσιου περιεχομένου του, που λόγω της διάρθρωσής του, πάντα έχει κάτι να μας πει, κάπου να μας καθοδηγήσει, σε κάθε εποχή του χρόνου, σε κάθε γιορτή και σκόλη.
Και αυτή ακριβώς τη χρηστικότητα διέγνωσα όταν πήρα το χειρόγραφο στα χέρια μου και ανέλαβα με χαρά την συγγραφή του προλόγου.
Άλλωστε κάθε βιβλίο, είτε πρόκειται για λογοτεχνικό είτε πρόκειται για επιστημονικό είτε πρόκειται ακόμα και για μια βιογραφία, ένα ημερολόγιο, μια ποιητική συλλογή, έναν τσελεμεντέ, από τη σχέση του με το χρόνο κρίνεται.
Έτσι λέμε πως η Μαρία, κέρδισε το στοίχημα με το χρόνο, αφού η «Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα» της, κατάφερε μέσα στα χρόνια που πέρασαν, να αποκτήσει αρκετούς σελιδοδείκτες στις αγαπημένες συνταγές, πολλές βραδιές ανάγνωσης συντροφιά με τα παιδιά για να γνωρίσουν τα έθιμά μας, και -γιατί να το κρύψω;- κάμποσες λαδιές σε επίμαχες σελίδες.
Έτσι ξαναγυρίζοντας με συγκίνηση σε εκείνο το πρωινό, που ντροπαλά μου άφησε το χειρόγραφο πάνω στο γραφείο μου,  ενθυμούμαι αυτό που πρώτα της είπα: «Μαρία, αυτό το βιβλίο είναι πάρα πολλά. Από πού να το πιάσει κανείς;».
Και όταν ξεφυλλίζοντάς το, έβλεπα σε κάθε σελίδα του, το πάθος και την αγάπη της για τον τόπο μας, ένιωσα ότι ακόμα και  μέσα στην Κουζίνα ή για να το πω πιο σωστά, πρωτίστως μέσα στην Κουζίνα, μπορεί κανείς να γράψει τις ωραιότερες σελίδες της ζωής του.
Στα χρόνια που πέρασαν, αυτή η πρώτη εντύπωση, επιβεβαιώθηκε.
Το βιβλίο της Μαρίας είναι υπεύθυνο για μερικά από τα επιπλέον κιλά μου, αλλά μου τα συγχωρώ γιατί είναι επίσης υπεύθυνο και για μερικές από τις πιο απολαυστικές σελίδες του βιβλίου της ζωής μου.
Γι’ αυτό προτού σας αφήσω, θα σας διαβάσω τον πρόλογό μου σε αυτό, που βγήκε αβίαστα, μια απολαυστική νύχτα, μέσα από τη μάχη μου με δεκάδες πυκνογραμμένες χειρόγραφες σελίδες:

Είναι αλήθεια πως ο τίτλος ενός βιβλίου είναι πολλές φορές, εκτός από προσδιοριστικός του θέματος, και ικανός να ελκύσει τον αναγνώστη να το ξεφυλλίσει.
Όταν πρόκειται μάλιστα για βιβλίο που αφορά τη μαγειρική, στις εποχές των ισχνών αγελάδων που διανύουμε, σίγουρα και μόνο η εξαιρετική εικονογράφηση, με τις γαργαλιστικές φωτογραφίες πεντανόστιμων πιάτων (κατά το: «φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο»), είναι ικανός λόγος να μας κάνει να το κρατήσουμε λίγο περισσότερο!
Τι είναι όμως αυτό που κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο, της Μαρίας Φιορεντίνου, άξιο της προσοχής μας και για τούτο προτεινόμενο για μία ξεχωριστή θέση σε κάθε βιβλιοθήκη; Είναι το επίθετο «παραδοσιακή», που το κάνει να ξεχωρίζει ή μήπως το τοπικό προσδιοριστικό «ζακυνθινή»;
Σπεύδουμε ν’ απαντήσουμε ότι είναι και τα δύο, αλλά και κάτι περισσότερο απ’ αυτά.
Είναι το περιεχόμενο που εκφράζουν οι συγκεκριμένες λέξεις, που στις μέρες μας έχουν παρεξηγηθεί.
Και εννοούμε ότι με τον όρο "παραδοσιακή" κουζίνα η κ. Φιορεντίνου δεν εννοεί ένα στείρο και απαρχαιωμένο τρόπο παρασκευής και εκτέλεσης της τροφής, αλλά χρησιμοποιώντας τα αγνά υλικά του τόπου της, δημιουργεί φαγητά που δίνουν χαρακτήρα και ποιότητα στην αντίληψη για το χρόνο, την πιο δυσνόητη έννοια στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο χρόνος στη λαϊκή αντίληψη δεν είναι μια έννοια αφηρημένη, μαθηματική. Ο χρόνος για το λαό είναι το περιεχόμενό του, είναι η εμπειρία του. Όταν ο γεωργός λέει: «είχαμε καλή χρονιά φέτος», εννοεί «πως είχαμε καλή σοδειά».
Με  μεθοδικότητα λαογράφου, η κ. Φιορεντίνου και αξιοποιώντας προφορικές μαρτυρίες και γραπτές πηγές, δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα του πλούσιου Χριστιανικού εορτολογίου, όπως αυτό εορτάζεται στη Ζάκυνθο, που περιλαμβάνει δεκάδες γνωστές και άγνωστες γιορτές, γύρω από τις οποίες οργανώθηκαν εκδηλώσεις με άξονα και μέσο την τροφή, επινοήθηκαν συνταγές, μαγειρεύτηκαν φαγητά, δημιουργήθηκαν «αντέτια».
Το δεύτερο προσδιοριστικό επίθετο του τίτλου είναι σχετικό με τον τόπο προέλευσης των συνταγών.
Και εδώ η κ. Φιορεντίνου πρωτοτυπεί, αφού είναι το μοναδικό στο είδος του βιβλίο με συνταγές από τη Ζάκυνθο (συνολικά μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού), που απλώνεται, όχι μόνο στα τυπικά φαγητά της Ζακυνθινής κουζίνας που συναντάμε στις παραθαλάσσιες τουριστικές ταβέρνες, αλλά και στα φαγητά του Κάμπου και της Ορεινής Ζακύνθου, δίνοντας έτσι στο βιβλίο και ένα γεωγραφικό προσδιοριστικό χαρακτήρα, που όχι μόνο δεν περιορίζει, αλλά αντίθετα βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα τη Ζακυνθινή Φύση και Ψυχή.
Με αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα, όπου συναντώνται συνταγές, αλλά και με την περιγραφή των σκευών παρασκευής τους, το βιβλίο ξεπερνά το χαρακτήρα ενός βιβλίου- οδηγού για το επόμενο τραπέζι μας.
Γίνεται ένα ευκολοδιάβαστο ανάγνωσμα για κάθε ηλικία και φύλο, που μας τέρπει, μας ερεθίζει, μας συγκινεί και με απλό τρόπο μας διδάσκει το σεβασμό στην τροφή και κατ’ επέκταση στη ζακυνθινή, την ελληνική φύση, που απλόχερα μας έχει ευλογήσει με τα δώρα της.
Και όλα  αυτά σ’ ένα έξοχο περιτύλιγμα, που σφραγίζεται από την αισθητική της συγγραφέως.
Με πολλή χαρά και συγκίνηση ξεφυλλίσαμε το χειρόγραφο. Τώρα που το βιβλίο έχει ολοκληρωθεί, ευχή μας να μη λείψει από καμιά βιβλιοθήκη.

Σας ευχαριστώ.