Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Mαρίας Φιορεντίνου, ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΚΟΥΖΙΝΑ: «Από το χειρόγραφο στον πάγκο της κουζίνας μας. Η περιπέτεια της συγγραφής ενός προλόγου…».

Από την παρουσίαση του βιβλίου την Τετάρτη 15-3-2017,  στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου. Διοργάνωση "Μανώλιες".

Πέρασαν κιόλας οκτώ χρόνια από την πρώτη έκδοση (2009)  του βιβλίου της καλής φίλης Μαρίας Φιορεντίνου  και  η αποψινή εκδήλωση θα μπορούσε από κάποιον να θεωρηθεί περιττή, αφού ο τόμος -καθώς περί τόμου ολόκληρου πρόκειται-, έχει πάρει ήδη θέση στο ράφι της βιβλιοθήκης μας.
Απόψε όμως, Αγαπητοί Φίλοι, κατά τη γνώμη μου, δεν κάνουμε παρουσίαση.
Κάνουμε μια επαλήθευση της χρηστικότητας μιας λαογραφικής πρωτίστως μελέτης, που η αντοχή της στο χρόνο, τεχνηέντως μασκαρεμένη πίσω από το «έγραψα ένα βιβλίο για τη μαγειρική της Ζακύνθου»  της Μαρίας, έχει δοκιμαστεί.
Έχει δοκιμαστεί η διαχρονικότητά του μέσα στις κατσαρόλες-παδέλες και τα τηγάνια μας.
Έχει δοκιμαστεί η αξιοπιστία του μέσα από την επιτυχημένη επανάληψη δεκάδων συνταγών.
Έχει δοκιμαστεί η αλήθεια του πλούσιου περιεχομένου του, που λόγω της διάρθρωσής του, πάντα έχει κάτι να μας πει, κάπου να μας καθοδηγήσει, σε κάθε εποχή του χρόνου, σε κάθε γιορτή και σκόλη.
Και αυτή ακριβώς τη χρηστικότητα διέγνωσα όταν πήρα το χειρόγραφο στα χέρια μου και ανέλαβα με χαρά την συγγραφή του προλόγου.
Άλλωστε κάθε βιβλίο, είτε πρόκειται για λογοτεχνικό είτε πρόκειται για επιστημονικό είτε πρόκειται ακόμα και για μια βιογραφία, ένα ημερολόγιο, μια ποιητική συλλογή, έναν τσελεμεντέ, από τη σχέση του με το χρόνο κρίνεται.
Έτσι λέμε πως η Μαρία, κέρδισε το στοίχημα με το χρόνο, αφού η «Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα» της, κατάφερε μέσα στα χρόνια που πέρασαν, να αποκτήσει αρκετούς σελιδοδείκτες στις αγαπημένες συνταγές, πολλές βραδιές ανάγνωσης συντροφιά με τα παιδιά για να γνωρίσουν τα έθιμά μας, και -γιατί να το κρύψω;- κάμποσες λαδιές σε επίμαχες σελίδες.
Έτσι ξαναγυρίζοντας με συγκίνηση σε εκείνο το πρωινό, που ντροπαλά μου άφησε το χειρόγραφο πάνω στο γραφείο μου,  ενθυμούμαι αυτό που πρώτα της είπα: «Μαρία, αυτό το βιβλίο είναι πάρα πολλά. Από πού να το πιάσει κανείς;».
Και όταν ξεφυλλίζοντάς το, έβλεπα σε κάθε σελίδα του, το πάθος και την αγάπη της για τον τόπο μας, ένιωσα ότι ακόμα και  μέσα στην Κουζίνα ή για να το πω πιο σωστά, πρωτίστως μέσα στην Κουζίνα, μπορεί κανείς να γράψει τις ωραιότερες σελίδες της ζωής του.
Στα χρόνια που πέρασαν, αυτή η πρώτη εντύπωση, επιβεβαιώθηκε.
Το βιβλίο της Μαρίας είναι υπεύθυνο για μερικά από τα επιπλέον κιλά μου, αλλά μου τα συγχωρώ γιατί είναι επίσης υπεύθυνο και για μερικές από τις πιο απολαυστικές σελίδες του βιβλίου της ζωής μου.
Γι’ αυτό προτού σας αφήσω, θα σας διαβάσω τον πρόλογό μου σε αυτό, που βγήκε αβίαστα, μια απολαυστική νύχτα, μέσα από τη μάχη μου με δεκάδες πυκνογραμμένες χειρόγραφες σελίδες:

Είναι αλήθεια πως ο τίτλος ενός βιβλίου είναι πολλές φορές, εκτός από προσδιοριστικός του θέματος, και ικανός να ελκύσει τον αναγνώστη να το ξεφυλλίσει.
Όταν πρόκειται μάλιστα για βιβλίο που αφορά τη μαγειρική, στις εποχές των ισχνών αγελάδων που διανύουμε, σίγουρα και μόνο η εξαιρετική εικονογράφηση, με τις γαργαλιστικές φωτογραφίες πεντανόστιμων πιάτων (κατά το: «φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο»), είναι ικανός λόγος να μας κάνει να το κρατήσουμε λίγο περισσότερο!
Τι είναι όμως αυτό που κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο, της Μαρίας Φιορεντίνου, άξιο της προσοχής μας και για τούτο προτεινόμενο για μία ξεχωριστή θέση σε κάθε βιβλιοθήκη; Είναι το επίθετο «παραδοσιακή», που το κάνει να ξεχωρίζει ή μήπως το τοπικό προσδιοριστικό «ζακυνθινή»;
Σπεύδουμε ν’ απαντήσουμε ότι είναι και τα δύο, αλλά και κάτι περισσότερο απ’ αυτά.
Είναι το περιεχόμενο που εκφράζουν οι συγκεκριμένες λέξεις, που στις μέρες μας έχουν παρεξηγηθεί.
Και εννοούμε ότι με τον όρο "παραδοσιακή" κουζίνα η κ. Φιορεντίνου δεν εννοεί ένα στείρο και απαρχαιωμένο τρόπο παρασκευής και εκτέλεσης της τροφής, αλλά χρησιμοποιώντας τα αγνά υλικά του τόπου της, δημιουργεί φαγητά που δίνουν χαρακτήρα και ποιότητα στην αντίληψη για το χρόνο, την πιο δυσνόητη έννοια στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο χρόνος στη λαϊκή αντίληψη δεν είναι μια έννοια αφηρημένη, μαθηματική. Ο χρόνος για το λαό είναι το περιεχόμενό του, είναι η εμπειρία του. Όταν ο γεωργός λέει: «είχαμε καλή χρονιά φέτος», εννοεί «πως είχαμε καλή σοδειά».
Με  μεθοδικότητα λαογράφου, η κ. Φιορεντίνου και αξιοποιώντας προφορικές μαρτυρίες και γραπτές πηγές, δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα του πλούσιου Χριστιανικού εορτολογίου, όπως αυτό εορτάζεται στη Ζάκυνθο, που περιλαμβάνει δεκάδες γνωστές και άγνωστες γιορτές, γύρω από τις οποίες οργανώθηκαν εκδηλώσεις με άξονα και μέσο την τροφή, επινοήθηκαν συνταγές, μαγειρεύτηκαν φαγητά, δημιουργήθηκαν «αντέτια».
Το δεύτερο προσδιοριστικό επίθετο του τίτλου είναι σχετικό με τον τόπο προέλευσης των συνταγών.
Και εδώ η κ. Φιορεντίνου πρωτοτυπεί, αφού είναι το μοναδικό στο είδος του βιβλίο με συνταγές από τη Ζάκυνθο (συνολικά μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού), που απλώνεται, όχι μόνο στα τυπικά φαγητά της Ζακυνθινής κουζίνας που συναντάμε στις παραθαλάσσιες τουριστικές ταβέρνες, αλλά και στα φαγητά του Κάμπου και της Ορεινής Ζακύνθου, δίνοντας έτσι στο βιβλίο και ένα γεωγραφικό προσδιοριστικό χαρακτήρα, που όχι μόνο δεν περιορίζει, αλλά αντίθετα βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα τη Ζακυνθινή Φύση και Ψυχή.
Με αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα, όπου συναντώνται συνταγές, αλλά και με την περιγραφή των σκευών παρασκευής τους, το βιβλίο ξεπερνά το χαρακτήρα ενός βιβλίου- οδηγού για το επόμενο τραπέζι μας.
Γίνεται ένα ευκολοδιάβαστο ανάγνωσμα για κάθε ηλικία και φύλο, που μας τέρπει, μας ερεθίζει, μας συγκινεί και με απλό τρόπο μας διδάσκει το σεβασμό στην τροφή και κατ’ επέκταση στη ζακυνθινή, την ελληνική φύση, που απλόχερα μας έχει ευλογήσει με τα δώρα της.
Και όλα  αυτά σ’ ένα έξοχο περιτύλιγμα, που σφραγίζεται από την αισθητική της συγγραφέως.
Με πολλή χαρά και συγκίνηση ξεφυλλίσαμε το χειρόγραφο. Τώρα που το βιβλίο έχει ολοκληρωθεί, ευχή μας να μη λείψει από καμιά βιβλιοθήκη.

Σας ευχαριστώ.


Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

H έκθεση του Χρήστου Μπάρλου στο ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ: 8-3-2017


Παρακολουθώντας τη δουλειά του Χρήστου Μπάρλου τα τελευταία χρόνια και κυρίως εμβαθύνοντας στη χειρονομιακή προσπάθεια της τιθάσευσης φυσικών υλικών, όπως η πέτρα και το ξύλο, και στο δέσιμό τους με το σίδερο, τον μπρούτζο και το χαλκό, μια δουλειά που είχε σαν αποτέλεσμα την ανάσυρση πνευματικών στοιχείων μέσα από την σύγκρουση του Ανθρώπου με τα στοιχεία της Φύσης, ίσως και να πίστευε κανείς ότι, οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση, μ΄ ένα άλλο είδος έκφρασης από το χώρο των εικαστικών τεχνών, θα ήταν περιττή.
Γιατί τι άλλο θα είχε να πει ένας Δημιουργός που κατάφερε μέσα από τη συγκεκριμένη τεχνική να ερμηνεύσει τη Φύση που τον περιβάλλει, εντοπίζοντας σ’ αυτήν τις αρχετυπικές μορφές, που απολιθώνουν την ουσία της ύπαρξης;
Κι όμως.

Έχοντας πλέον ολοκληρώσει την περιπλάνηση του βλέμματός του στον περιβάλλοντα χώρο και βγαίνοντας νικητής από την αναμέτρηση με τα στοιχεία της Φύσης, επιχειρεί με τη νέα του δουλειά μια ενδοσκόπηση.
Θα ήταν εύκολο για κείνον να εργασθεί με τα υλικά που ήδη γνώριζε. Επειδή όμως σε κάθε τι που κάνει, θέλει να δώσει το στοιχείο της αναμέτρησης, επιλέγει αυτή τη φορά τη Ζωγραφική για να δώσει τη νέα μάχη του.
Και μάλιστα Ζωγραφική μεγάλων διαστάσεων, μνημειακή. Ζωγραφική που αναδιατυπώνει τα εκφραστικά όρια μεταξύ των δύο μορφών Τέχνης: Γλυπτικής & Ζωγραφικής. Ζωγραφική που εγκαινιάζει το διάλογο με τις μορφές που εμπεριέχονται μέσα του.
Γιατί ο Χρήστος Μπάρλος με τη νέα του δουλειά στρέφεται στον εσωτερικό του κόσμο, στα οράματά του, στις μορφές που στοιχειώνουν τη σκέψη του.
Και καταφέρνει να τις εκφράσει με ένα τρόπο μοναδικό, χρησιμοποιώντας τα έντονα χρώματα των Φωβιστών ζωγράφων, πάνω σε μεγάλες επιφάνειες. Με μια εκφραστική που συναντάμε στην Ποπ Αρτ, οι μορφές του μάς κοιτάζουν κατ’ ενώπιον.
Τα έντονα μάτια τους, που παραπέμπουν στα πορτραίτα Φαγιούμ, περικλείουν ευαισθησία, τρυφερότητα, σκληρότητα, έρωτα, μουσικότητα, έντονη δύναμη.
Είναι οι γυναικείες μορφές που στοίχειωσαν τη σκέψη του και τώρα ήρθε η ώρα να γεννηθούν.
Είναι οι μορφές που τον πίεζαν σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης καλλιτεχνικής του πορείας και που απαλλαγμένες από κάθε είδους διδακτισμό, τον ωθούν στη δράση και στο συναίσθημα.
Ανοίγοντας το κουτί της Πανδώρας της Ψυχής του, κάνουν την εμφάνισή τους, Μούσες και Θεές μαζί, με πρόσωπα, στα οποία εμφαίνεται η χαρμολύπη της σχέσης τους με το Δημιουργό.
Πορτραίτα που αποκτούν ρόλο γυναικείου Ιανού, τον απελευθερώνουν από τη σχέση τους μαζί του και του δίνουν τη συγχώρεση που έχει ανάγκη για να συνεχίζει να ζει.
Και Ζωή για τον αυθεντικό Δημιουργό είναι η Τέχνη του.
Κάνοντας μια ανασκόπηση της καλλιτεχνικής του πορείας θα ισχυριζόμαστε, με απόλυτη πίστη, ότι όλη η προηγούμενη πορεία του ήταν απαραίτητη για να οδηγηθεί εδώ.
Και είναι τυχερός ο καλλιτέχνης που στη διάρκεια της Ζωής του φτάνει σ’ αυτή την στιγμή.
Πιο τυχεροί όμως είμαστε εμείς, οι θεατές του έργου του, που βλέπουμε πόσο σημαντικά πράγματα μπορούν να γεννηθούν μέσα από την καθαρτήρια πορεία της καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας.
Και παίρνουμε δύναμη από αυτήν. Για να μπορούμε να συνεχίσουμε τη δική μας πορεία, πορεία πολλές φορές μοναχική, αλλά μένοντας πιστοί, όπως ο Δημιουργός, που θεώμεθα το έργο του, στις αξίες μας.
Δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα ΕΡΜΗΣ , στις 3-3-2017, αρ. φύλλου 5005. 



Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

H συμμετοχή του Χρήστου Μπάρλου στο 1ο Συμπόσιο Γλυπτικής, που διοργάνωσε ο Δήμος Αγίας Νάπας της Αμμοχώστου Κύπρου από 23 Απριλίου έως 10 Μαΐου 2014.



Το όνομα της ΖΑΚΥΝΘΟΥ, δίπλα στο όνομα της ΕΛΛΑΔΑΣ, και πιο κάτω ο τίτλος των γλυπτών: «ΕΙΡΗΝΗ» για το πρώτο και «ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ» για το δεύτερο, είναι νομίζω αρκετά για να κάνουμε αναφορά, στο σημερινό φύλλο των «ΕΠΙΛΟΓΩΝ» του ΕΡΜΗ, στο 1ο Συμπόσιο Γλυπτικής, που διοργάνωσε ο Δήμος Αγίας Νάπας της Αμμοχώστου, από 23 Απριλίου έως 10 Μαΐου 2014.
Και όταν διαβάζουμε στην επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Αγίας Νάπας της μαρτυρικής μεγαλονήσου, κάτω από το όνομα του γλύπτη που φιλοτέχνησε τα παραπάνω έργα, στα βιογραφικά των Καλλιτεχνών που συμμετείχαν στο προαναφερθέν εικαστικό γεγονός, «ότι ζει και εργάζεται στην αγαπημένη του Ζάκυνθο»[1], η υποχρέωση προβάλλει διττή, καθώς συμπληρώνει την προσέγγιση που είχαμε κάνει στο έργο του Χρήστου Μπάρλου[2], τον Αύγουστο του 2011, για την έκθεσή του  στο BARRAGE CULTURE[3].
Τότε είχαμε υποστηρίξει, ότι ο καλλιτέχνης, ερμηνεύει τη ζακυνθινή φύση που τον περιβάλλει, και που η τύχη και η ζωή τον έριξε σ’ αυτό το «αλωνάκι», εντοπίζοντας σ’ αυτήν αρχετυπικές μορφές, τις οποίες ανασύρει μέσα από το ξύλο, την πέτρα και το σίδερο.
Επισημαίναμε δε ιδιαίτερα ότι, η αξιοπρόσεχτη ερμηνευτική του γλώσσα, τού επιτρέπει να βγάλει μέσα από τα πρωτογενή υλικά, τα ελάχιστα απομεινάρια, που απολιθώνουν την ουσία της ύπαρξης της ζακυνθινής φύσης και ψυχής, καθώς βλέπει σ’ αυτά, όχι απλά ένα αντίγραφο ενός αληθινού αντικειμένου, ούτε ένα διακοσμητικό μοτίβο οσοδήποτε περιγραφικό, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό κι αιώνιο: βλέπει έναν εσωτερικό ρυθμό με πολλαπλές διεξόδους διαφυγής & ανάγνωσης, που του επιτρέπουν να αισθανθεί τη δύναμη που περικλείεται στο κουκούτσι κάθε έμψυχου- άψυχου όντος.

Και επειδή η εποχή μας αγωνιά για να βρει φωτογενείς οδούς που θα χαράξουν μια ορθή πορεία που θα μας βγάλει από τ’ αδιέξοδα, τα έργα του Μπάρλου στην Αγία Νάπα της Κύπρου, τοποθετημένα πια μόνιμα μέσα στο πάρκο Γλυπτικής που δημιούργησε ο Δήμος, αποτελούν μικρά αναθήματα του απολιθώματος της ζακυνθινής ψυχής, που αν και μακριά από το νησί μας, καταφέρνουν να εκφράσουν τη δύναμή του. Αυτή τη δύναμη που αντιστέκεται στους ισοπεδωτικούς  καιρούς που βιώνουμε, τους πνιγμένους από φωνές καταστροφολόγων, που προτάσσουν το μικρό υπερεγώ τους σε αξίες που η τέχνη του τόπου μας, η ζωγραφική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, η μουσική, η λογοτεχνία, κατάφερνε πάντα να εκφράζει. Και που αν και την τέχνη αυτή εξακολουθούμε να φυλακίζουμε μέσα σε μουσεία που τα κρατάμε ερμητικά κλειστά (Μουσείο Ζακύνθου, Αρχοντικό Ρώμα) ή σε άλλα που κινδυνεύουν να κλείσουν (Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων), εκείνη θα βρίσκει πάντα τη διέξοδο για να εκφραστεί.
Γιατί αυτό ακριβώς έκαναν τα δύο γλυπτά του Μπάρλου, που τώρα είναι στο 1ο Πάρκο Γλυπτικής του Δήμου Αγίας Νάπας. Βρήκαν τον τρόπο να εκφράσουν αυτό που προσπαθούμε να φιμώσουμε, εμείς εδώ στο νησί, τρελαμένοι από την εκλογική μας μανία.
Παρ’ όλο το μικρό μέγεθός τους υψώνονται στέρεα, σχεδόν μνημειακά, κυοφορούμενα από τη ζακυνθινή φύση, που όσο και αν ΕΠΕΜΒΑΙΝΟΥΜΕ σ’ αυτή,  διατηρεί πάντα κάτι από την ακεραιότητα και τη δύναμή της. Άλλωστε ακόμα και τα εξώγλυφα ολόγλυφα ή εγχάρακτα στοιχεία που προσθέτει ο γλύπτης, χρησιμοποιώντας συνθετικά υλικά, που δεν ενώνονται με την κύρια ύλη που επεξεργάζεται, δεν συμβολίζουν πως ό,τι και να κάνουμε στη ζακυνθινή ψυχή, αυτή συνεχίζει την πορεία της μέσα από ατραπούς στο διηνεκές;
Ακόμα και οι τίτλοι των έργων: «ΕΙΡΗΝΗ» και «ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ» έχουν ιδιαίτερη σημειολογία.
Επιπρόσθετα η παρουσία και η αναγνώριση του γλύπτη στο μαρτυρικό νησί μακριά από αμφιλεγόμενες τοπικές εξουσίες που αρνούνται να επισκεφτούν τα μουσεία και τις εκθέσεις των εικαστικών μας, μόνο ανακούφιση μπορεί να προσφέρει στα αυτιά των υποψιασμένων.
Γιατί μόνο τυχαίο δεν είναι το συγκεκριμένο εικαστικό γεγονός για την περιοχή. Μια ματιά στον τοπικό τύπο θα επιβεβαιώσει τη μεγάλη σημασία που δόθηκε τόσο από τις αρχές του τόπου όσο και από την εκπαιδευτική κοινότητα.    Διαβάζοντας τις δηλώσεις του Δημάρχου Αγίας Νάπας, Γιάννη Καρούσου: «η πραγματοποίηση του Συμποσίου εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας του Δήμου να καταστεί Κέντρο Πολιτισμού και Εικαστικής Δημιουργίας. Συνολικά 16 καλλιτέχνες λαμβάνουν μέρος στο Συμπόσιο, από τους οποίους 10 είναι μέλη του Επιμελητηρίου Καλών Τεχνών (Ε.ΚΑ.ΤΕ.) Κύπρου και καλλιτέχνες της επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ 6 άτομα είναι μέλη του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών (Ε.Ε.Τ.) Ελλάδος», δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε ότι κάτι τέτοιο πραγματικά ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας για τη Ζάκυνθο.
          Και πράγματι κατά τη διάρκεια των εργασιών των καλλιτεχνών έγιναν παράλληλα, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημοτικού Μουσείου «Θάλασσα», εκθέσεις Κυπρίων δημιουργών από όλο το φάσμα των εικαστικών τεχνών, διαλέξεις από γνωστούς Κύπριους καλλιτέχνες, ομιλίες από διακεκριμένους  καθηγητές πανεπιστημίων, θεατρικές παραστάσεις, ποιητικές αναγνώσεις από το Θεατρικό Εργαστήρι Πανεπιστημίου Κύπρου και συναυλίες από χορωδίες Δήμων της ελεύθερης περιοχής Αμμοχώστου. Δόθηκε επίσης συναυλία από το γνωστό Κρητικό καλλιτέχνη Λουδοβίκο των Ανωγείων με ένα αφιέρωμα στα 400 χρόνια από το θάνατο του Ελ Γκρέκο.
          Το πιο σημαντικό όμως γεγονός είναι ότι από την πρώτη ημέρα που οι καλλιτέχνες άρχισαν να κάνουν τα έργα τους στο χώρο, αρκετά σχολεία της ελεύθερης περιοχής Αμμοχώστου μετέφεραν τους μαθητές τους για να παρακολουθήσουν τους καλλιτέχνες εν δράσει!
           Στις 11 Μαΐου έγιναν τα εγκαίνια του Πάρκου Γλυπτικής κατά τη διάρκεια των οποίων έγινε, μεταξύ άλλων, απονομή αναμνηστικών πλακετών στους καλλιτέχνες, παράγοντες και σε άτομα που με την ενεργό τους δράση και εθελοντική προσφορά συνέβαλαν τα μέγιστα στη διοργάνωση του Συμποσίου και τη δημιουργία του Πάρκου, ενώ ο Δήμαρχος διαβεβαίωσε ότι το Πάρκο με την ολοκλήρωσή του θα αποτελεί στολίδι και χώρος πνευματικής καλλιέργειας και προώθησης των εικαστικών τεχνών όχι μόνο της Αγίας Νάπας αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Αμμοχώστου!
     Κλείνοντας το παρόν δημοσίευμα δεν μπορούμε παρά να συγχαρούμε το γλύπτη Χρήστο Μπάρλο για τη συμμετοχή του στο Συμπόσιο Γλυπτικής, να τον ευχαριστήσουμε γιατί ως πρεσβευτής άφησε στο διηνεκές ένα κομμάτι της ζακυνθινής ψυχής στην Αγία Νάπα της Κύπρου και γιατί όχι να μελαγχολήσουμε γιατί εμείς περί άλλα τυρβάζουμε…
 
Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο πολιτιστικό ένθετο της τοπικής εφημερίδας της Ζακύνθου ΕΡΜΗΣ, Παρασκευή 30-5-2014



[2] http://christosbarlos.gr/
[3] Κατερίνα Δεμέτη, Από το Inlook στο Outlook, Οι «Επεμβάσεις» του Χρήστου Μπάρλου, εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2012, σελ. 269

Οι ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ του Χρήστου Μπάρλου: Παρουσίαση στο BARRAGE CULTURE: 3-8-2011


Άγγελος σε χρυσή σφαίρα, 2010, Πέτρα, ατσάλι, μπρούτζος (15χ10χ34 εκ.)

Αγαπητοί Φίλοι,

Η παρουσίαση μιας έκθεσης Γλυπτικής, μοιάζει κατά κάποιον τρόπο μ’ ένα ταξίδι: Ο ομιλητής κόβει το εισιτήριο, ταχτοποιεί τους επισκέπτες στα βαγόνια και τους ξεναγεί στα αξιοθέατα, φωνάζοντας κάθε τόσο για την επόμενη στάση!
Εμπεριέχει μ’ άλλα λόγια το χαρακτήρα της κατευθυνόμενης θέασης του κόσμου του Δημιουργού και κατά συνέπεια μιας προσέγγισης γεμάτης από κανόνες και ορολογίες.
Αυτό όμως, αγαπητοί Φίλοι, κατά τη γνώμη μου, αδικεί το έργο, αφού καλουπώνει τον επισκέπτη, και βάζει όρια στη δική του ερμηνεία, που λειτουργούν σαν φίλτρα παραπλανητικά.
Γι’ αυτό στην απόφασή σας, να βρεθείτε απόψε μαζί μας στο μαγικό χώρο του BARRAGE, για να δείτε τα έργα του Χρήστου Μπάρλου, που εμπεριέχει ήδη την πρώτη και βασικότερη επιλογή, δεν θα παρεισφρήσω.
Σαν επισκέπτης κι εγώ, θα ταξιδέψω στο τρένο της μαγικής του Τέχνης, την οποία είχα τη χαρά να γνωρίσω σε μια προσωπική επίσκεψη στο σπίτι του στο Ακρωτήρι και μέσα απ’ αυτή τη διαδρομή, να κυλήσω επάνω στις ράγες του τρένου του.
Γιατί πιστεύω ότι η Τέχνη του Χρήστου Μπάρλου δεν χρειάζεται συστατικές επιστολές και ξεναγούς, αφού, όπως γράφει ο Δημήτρης Πικιώνης στη  «Συναισθηματική Τοπιογραφία»: «περπατώντας επάνω σε τούτη τη γη, το πνεύμα μας ευφραίνεται από τους άπειρους συνδυασμούς των τριών διαστάσεων του Χώρου, που μας συντυχαίνουν κι αλλάζουν στο κάθε βήμα γύρω μας. Προσπερνούμε δίπλα σε τούτο το βράχο, τον κορμό του δέντρου ή κάτω από τούτο το θύσανο της φυλλωσιάς του. Και ανεβαίνουμε, κατεβαίνουμε μαζί με το έδαφος, απάνω εις τα κυρτώματά του, τους γήλοφους, τα όρη ή βαθιά μέσα στις κοιλάδες. Χαιρόμαστε την επίπεδη έκταση της πεδιάδος, μετρούμε τη γη με τον κόπο του κορμιού μας...»[i]
Ερμηνεία λοιπόν της ζακυνθινής φύσης που τον περιβάλλει, είναι η εικαστική δημιουργία του Χρήστου Μπάρλου, που η τύχη και η ζωή τον έριξε σ’ αυτό το «αλωνάκι».
 Κι αξιοπρόσεχτη η ερμηνευτική του γλώσσα, αφού σ’ αυτήν μπορούμε να εντοπίσουμε τις αρχετυπικές μορφές, που βλέπει γύρω του και εμπεριέχονται στο ξύλο, την πέτρα, το σίδερο.
Επιλέγει το λιγότερο βιασμένο από τον άνθρωπο, υγρό στοιχείο, και μέσα απ’ αυτό ανασύρει, τα ελάχιστα απομεινάρια, που απολιθώνουν την ουσία της ύπαρξης της ζακυνθινής φύσης και ψυχής.
Βλέπει σ’ αυτά όχι απλά ένα αντίγραφο ενός αληθινού αντικειμένου, ούτε ένα διακοσμητικό μοτίβο οσοδήποτε περιγραφικό, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό κι αιώνιο: βλέπει έναν εσωτερικό ρυθμό με πολλαπλές διεξόδους διαφυγής & ανάγνωσης, που του επιτρέπουν να αισθανθεί τη δύναμη που περικλείεται στο κουκούτσι κάθε έμψυχου- άψυχου όντος.
Αδιάφορο εάν το format των έργων του είναι ένα κλειστό ή ανοιχτό σχήμα, η σύνθεση των κατασκευαστικών του στοιχείων, εκπορεύεται από ένα κέντρο και διαχέεται από μέσα προς τα έξω.
Γιατί ο Μπάρλος δεν αρχίζει το έργο του κοιτάζοντας το μοντέλο του.
Κοιτάζει πρώτα την πέτρα και η επιθυμία του ξεκινά από το να «βγάλει κάτι» από εκεί μέσα.
Και το πράττει, όχι κατατεμαχίζοντάς την, αλλά ΕΠΕΜΒΑΙΝΟΝΤΑΣ σ’ αυτήν, ψηλαφώντας την, χαράσσοντάς την και προσπαθώντας να βρει τι «ήθελε» να πει η ίδια η πέτρα. Αν από μέσα βγαίνει κάτι που θυμίζει ζώο, αντικείμενο ή ανθρώπινη μορφή, του φτάνει, και για να τη «δέσει», προσθέτει στοιχεία από σίδερο, μπρούτζο, χαλκό.
Έτσι τα έργα του γίνονται η «παγίδα», με το πιασμένο κιόλας θήραμα - το θήραμα είναι η εικόνα, που αποτελεί συνάμα και την αναπαράσταση και τα πράγματα που αναπαριστάνονται.
Με μνήμες από ένα παρελθόν αγνό, που πάντα ενυπήρχε γύρω του, δεν προσπαθεί  να φτιάξει μια γυναίκα από πέτρα, αλλά μια πέτρα που υποβάλλει τη γυναικεία μορφή.
Με τη φαντασία του, προσθέτει εξώγλυφα εγχάρακτα στοιχεία χρησιμοποιώντας συνθετικά υλικά, που δεν ενώνονται με την κύρια ύλη που επεξεργάζεται, ή πάλι καταλήγει σε ολόγλυφα έργα για να μας θυμίσει ότι πάντα ο άνθρωπος ΕΠΕΝΕΒΑΙΝΕ στη φύση, πάντα τη βίαζε, προσπαθούσε να την καταλάβει, την ερμήνευε, την φυλάκιζε, την εξόρκιζε…
Ψάρι, 2007, Πέτρα, μπρούτζος (67χ15χ25 εκ.)
Τα έργα του Μπάρλου έχουν δύναμη.
Παρ’ όλο το μικρό μέγεθός τους είναι στέρεα σχεδόν μνημειακά. Γιατί αντιμετωπίζει τις εικόνες που βλέπει σαν μια δύναμη που τη μεταχειρίζεσαι, όχι απλά σαν κάτι όμορφο που το κοιτάζεις.
Είναι η ίδια η δύναμη της ζακυνθινής φύσης, που όσο και αν ΕΠΕΜΒΑΙΝΟΥΜΕ σ’ αυτή, μας εμπεριέχει, διατηρώντας πάντα κάτι από τη στερεότητα και την απλότητα της πέτρας.
Ιδανικός τόπος για την περιπέτεια του ταξιδιού μας στον κόσμο της Τέχνης του Χρήστου Μπάρλου το BARRAGE, που τολμά και ανοίγει τις πόρτες του για πρώτη φορά σε μια ατομική έκθεση Γλυπτικής.
Και οι ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ του γλύπτη γίνονται ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ του BARRAGE CURTURE στην ντόπια εικαστική πραγματικότητα, που τον τελευταίο καιρό συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα με την ποιότητα, την πρωτοτυπία και την άρτια οργάνωση των εκθέσεων που φιλοξενεί.
Πριν σας καλέσω να επιβιβαστούμε όλοι μαζί στο τρένο για το ταξίδι στο κόσμο της Τέχνης του Χρήστου Μπάρλου, και πριν δώσω το λόγο στον ίδιο το Δημιουργό για να κάνει και ο ίδιος ένα καλωσόρισμα, θα ήθελα να καταθέσω τη μεγάλη μου ΧΑΡΑ γι’ αυτό το ξεχωριστό  που γίνεται σήμερα εδώ, αλλά θα μου επιτρέψετε να μην σας αποκαλύψω το λόγο.
Είμαι σίγουρη πως θα το ανακαλύψετε μόνοι σας…
Σας ευχαριστώ!


 
Η παρούσα παρουσίαση δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο μου "Από το Inlook στο Outlook", σελ. 269-271






[i] Δημήτρη Πικιώνη, Κείμενα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1987, Συναισθηματική Νοημοσύνη, σ.73

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα “Το ριπίδιον της κοντέσας Μιχαλίτση”


κ. Πρόεδρε της αποψινής συνεδρίας, 
Κυρίες & Κύριοι,

Στις μέρες μας το Σχολείο δεν μπορεί πλέον να νοηθεί ως ένας χώρος κλειστός, όπου καταβάλλεται προσπάθεια μόνο για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διοχέτευση γνώσεων από το δάσκαλο στον μαθητή, ούτε είναι μια σύνθεση παιδαγωγικών τεχνικών που στοχεύει απλώς και μόνο στο να γίνουν τα παιδιά περισσότερο παραγωγικά.
Σήμερα όλοι μιλούν για ένα «δημιουργικό» σχολείο, όπου μέσα από τη διδασκαλία θα αναπτύσσονται οι ανθρώπινες σχέσεις και η κοινωνικότητα του ατόμου, όπου ο μαθητής θα ενθαρρύνεται να δημιουργεί, καλλιεργώντας τη συνθετική σκέψη, την παρατηρητικότητα και το ταλέντο του, εμπιστευόμενος τη διαίσθηση και τα συναισθήματά του.
Αλλά και το Μουσείο, δε νοείται πλέον ως ένας κλειστός οργανισμός, όπου εκτίθενται έργα τέχνης, αλλά ως ένας χώρος «ανοικτός στο κοινό, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της». Οι λειτουργίες ενός σύγχρονου Μουσείου για παράδειγμα (συλλογή, συντήρηση, έρευνα, τεκμηρίωση, έκθεση) έχουν πλέον σαφείς στόχους: τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία.
Το βιωματικό εργαστήριο δραματικής τέχνης «Το ριπίδιον της κοντέσας Μιχαλίτση», που σχεδιάστηκε από την κ. Πηνελόπη Αβούρη, Υπεύθυνη του ΚΠΕ Λιθακιάς, στοχεύει στη σύνθεση εκπαίδευσης και πολιτισμού.
Αυτή η σύνθεση ενισχύθηκε από την σταθερή πολιτική του Μουσείου για πολλαπλές αναγνώσεις της συλλογής του, που επιτρέπουν την εις βάθος προσέγγιση του υλικού του και εξασφαλίζουν την προσαρμοστικότητα στις προκλήσεις της εποχής, μετατρέποντάς το σε ζωντανό κύτταρο της τοπικής κοινωνίας.
Όταν ένα Μουσείο αποδεχτεί ότι, ο ρόλος του δεν έγκειται μόνο στην προσέλκυση του τουρίστα, που θέλοντας να γνωρίσει καλύτερα τον τόπο που επισκέπτεται, περνάει τη θύρα του, αλλά ότι στοχεύει στην ανάδειξη του πολύπλευρου χαρακτήρα των συλλογών του, αναζητά νέους τρόπους ανάγνωσής τους, πιο κοντά στην κοινωνία που ζει και αναπνέει, πιο κοντά στο φυσικό περιβάλλον που αναπτύσσεται και γερνάει, πιο κοντά στην εκπαιδευτική κοινότητα που υποδέχεται και εμπνέει.
Και όταν μάλιστα πρόκειται για το Μουσείο που φέρει την επωνυμία του Εθνικού μας Ποιητή & των λοιπών Επιφανών Ζακυνθινών, στατικό -με απροσμέτρητο βάθος ως προς τον πρώτο όρο του ονόματός του, δυναμικό - με διαχρονικές επεκτάσεις ως προς τον δεύτερο, γίνεται σαφές ότι, η προβολή των συλλογών του και ιδιαίτερα η ερμηνεία τους, υπό το πρίσμα του τίτλου της σημερινής Ημερίδας, συμβάλει καθοριστικά στην ανάδειξη του τοπικού στοιχείου.
Με αυτή την φιλοσοφία αναπτύσσονται τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, από το έτος 2000, το οποίο προσπαθεί να δίνει το παρόν σε κάθε πρόκληση-πρόταση που τίθεται από την επίσημη Πολιτεία, το Διεθνές Συμβούλιο των Μουσείων (ICOM) και από το χειμώνα του 2015 από το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Λιθακιάς.
     Πριν όμως αναφερθώ στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου προγράμματος, όπως το παρακολούθησα στο σχεδιασμό και την εφαρμογή του, την άνοιξη της εφετινής χρονιάς, θεωρώ απαραίτητο να διασαφηνίσω ότι όλα τα προγράμματα που τα τελευταία 16 χρόνια το Μουσείο υλοποιεί, σχεδιάζονται απευθυνόμενα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ηλικιακής ομάδας των ατόμων που το επισκέπτεται.
Αυτό τον διαχωρισμό, με χαρά διαπιστώσαμε, ότι ακολούθησε και η κ. Αβούρη στην εκπόνηση του ανωτέρω προγράμματος.
Έτσι με βάση τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά θα μπορούσαν οι επισκέπτες ενός μουσείου να χωριστούν στις πιο κάτω κατηγορίες:
1.Στα άτομα από 4-6 χρόνων, τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας. Η σκέψη τους είναι ακόμα εγωκεντρική και αντιλαμβάνονται τον κόσμο κυρίως από τη δική τους σκοπιά. Η προσοχή τους μπορεί να εστιασθεί σε ένα μόνο χαρακτηριστικό του προβλήματος κάθε φορά.
2.Στα άτομα από 7-11 χρόνων. Έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν ότι υπάρχουν και άλλες απόψεις πέρα από τις δικές τους. Μπορούν να εξετάσουν ταυτόχρονα περισσότερα του ενός χαρακτηριστικά του προβλήματος. Διαθέτουν λογική σκέψη, αλλά μόνο για συγκεκριμένα πράγματα και παραστάσεις. Τα παιδιά του Δημοτικού, που κυρίως ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, έχουν έντονη διάθεση να μάθουν.
3.Στα άτομα από 12-15 χρόνων. Τα χαρακτηρίζει έντονη συναισθηματικότητα. Η αλήθεια γι’ αυτά δεν κρίνεται με βάση πια το συγκεκριμένο και το πραγματικό, αλλά το λογικό. Συλλογίζονται με υποθέσεις και χειρίζονται τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων, κρίνουν και αιτιολογούν.
4.Στα άτομα από 15-17 χρόνων. Άρνηση στο περιβάλλον, την οικογένεια, ανασφάλεια, έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις και συχνά επιθετικότητα ή αδιαφορία. Γι’ αυτά δεν είναι μόνο ό,τι υπάρχει τώρα ή ό,τι υπήρξε, αλλά ό,τι θα μπορούσε να υπάρξει. Ιδεαλιστές, μπορούν να κατασκευάζουν νέες θεωρίες και συστήματα για το άτομο και την κοινωνία και έτσι να ζουν όχι μόνο στο παρόν, αλλά και στο μέλλον.
5. Στα άτομα από 18 χρόνων και πάνω, δηλαδή τους ενηλίκους.
Οι κατηγορίες αυτές είναι βέβαια πολύ σχετικές. Σε όλους είναι σαφές ότι κάθε άτομο κινείται στο δικό του χώρο και χρόνο και δεν υπάρχει απόλυτη ομοιότητα ακόμα και σε άτομα της ίδιας ηλικίας, του ίδιου φύλου ή και της ίδιας οικογένειας.
Το βιωματικό εργαστήριο δραματικής τέχνης «Το ριπίδιον της κοντέσας Μιχαλίτση», σχεδιάστηκε με βάση την τοπική ιστορία της Ζακύνθου τον 19ου αιώνα και τις μόνιμες συλλογές του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.
Οι βασικοί άξονες του μουσειοπαιδαγωγικού προγράμματος αφορούν τα πρόσωπα, τη ζωή στο σπίτι και την Ζάκυνθο του 19ου αιώνα. Η ατμόσφαιρα της εποχής αναζητείται στις αίθουσες του Μουσείου Σολωμού, σε λογοτεχνικά κείμενα, σε μαρτυρίες και στις εφημερίδες της εποχής.
Με σκηνικό τη Ζάκυνθο του 19ου αιώνα, οι συμμετέχοντες μαθητές περιηγούνται στη μόνιμη έκθεση του Μουσείου Σολωμού ενσαρκώνοντας Επιφανείς Ζακυνθίους του 19ου αιώνα, αναζητούν κρυμμένα μυστικά σε αντικείμενα και αίθουσες της μόνιμης έκθεσης του Μουσείου, λύνουν γρίφους και εκμαιεύουν πληροφορίες από χαρακτήρες της εποχής, προκειμένου να εξιχνιάσουν το μυστήριο “της εξαφάνισης του «ριπιδίου» της κοντέσας Μιχαλίτση”!
Οι μαθητές πρέπει να ανακαλύψουν: Τι σχέση έχει η ομάδα των ανύποπτων επισκεπτών του ντομινικάλε Μαρτινέγκου με την εξαφάνιση της πολύτιμης βεντάλιας; Ποια είναι η αιτία της κλοπής του «ριπιδίου»; Ποια είναι η σχέση του μυστηριώδη Αντώνιου Μαρτινέγκου με την κοντέσσα Έλενα Μιχαλίτση και την βεντάλια της;
Στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα "Το ριπίδιον της κοντέσας Μιχαλίτση" , η διδακτική πράξη οριοθετείται ως κορυφαίο πολιτισμικό γεγονός της ζωής κάθε ανθρώπου, ιδιαίτερα του μικρού παιδιού. Αποτελεί σημείο αναφοράς, καλωσόρισμα ενός «εν δυνάμει ενήλικα», στον κόσμο των ταξιδευτών του χρόνου, του χώρου και της σκέψης, στον κόσμο της γνώσης και της αναζήτησης, στο χώρο της έκφρασης  και της επικοινωνίας.
            Καλώντας τις Τέχνες: το Θέατρο, τη Μουσική, το Χορό και την Κίνηση, την Εικαστική και Οπτικοακουστική Έκφραση, να συμβάλλουν σε μια αρκετά πρωτότυπη σύνθεση, το πρόγραμμα  "Το ριπίδιον της κοντέσας Μιχαλίτση" , επιχειρεί ακριβώς να αναδείξει την πολιτισμική διάσταση της εκπαίδευσης, αποκαθιστώντας στις συνειδήσεις δασκάλων και μαθητών μια ακόμα παραμελημένη «τέχνη», την τέχνη να διδάσκεις, να μπορείς να γοητεύεις, να επιτρέπεις στον άλλο να απολαμβάνει τη διαδικασία της μάθησης. Κι αυτό, πέρα από τη διδακτική μέθοδο, πέρα από την επιστημονική –παιδαγωγική αναζήτηση, αποτελεί τη διαχρονική αξία της παιδαγωγικής πράξης.
           Για τους εκπαιδευτικούς και για μένα ως αρχαιολόγος που ασχολούμαστε με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα  "Το ριπίδιον της κοντέσας Μιχαλίτση" , οι έννοιες Εκπαίδευση και Πολιτισμός, Πολιτισμός και Εκπαίδευση, είναι έννοιες άρρηκτα δεμένες. Δύο έννοιες σε συνεχή διάλογο.
           Επειδή όμως η αποψινή βραδιά είναι βραδιά εκπαιδευτικού λόγου, αξίζει να γίνει μια σύντομη περιγραφή του σεναρίου πάνω στο οποίο χτίζεται το εκπαιδευτικό πρόγραμμα:
          Είναι 24 Απριλίου του 1830. Η Ζάκυνθος βρίσκεται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια υπό την «προστασία» της Μεγάλης Βρετανίας. Το Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων αναδιοργανώθηκε σύμφωνα με τ' αγγλικά συμφέροντα και κυβερνάται με ένα απολυταρχικό σύνταγμα που ουσιαστικά παραχωρεί όλες τις εξουσίες στον Άγγλο στρατηγό και αρμοστή Sir Thomas Maitland.
Η νιόπαντρη Ελισάβετ Μουτσά - Μαρτινέγκου έχει την ονομαστική της εορτή. Ο σύζυγος της, Νικόλαος Μαρτινέγκος, αποφασίζει με την ευκαιρία να διοργανώσει στο σπίτι του στην Πλατεία Ρούγα μια χοροεσπερίδα για να παρουσιάσει την νεαρή σύζυγο του στην οικογένεια και τους φίλους του.
Στην χοροεσπερίδα, θα συμμετάσχουν ζακυνθινοί και ζακυνθινές που έζησαν τον 19ου αιώνα, και όχι μόνο την συγκεκριμένη χρονική περίοδο που σύμφωνα με το εκπαιδευτικό σενάριο εκτυλίσσονται τα γεγονότα, και είχαν ενεργό σχέση με την κοινωνική, πολιτική και καλλιτεχνική ζωή του νησιού.
Τα αντικείμενα της συλλογής του Μουσείου που ζωντανεύουν μέσα από το πρόγραμμα είναι:
• Η συλλογή ριπιδίων της δωρεάς Χαριάτη.
• Η συλλογή οικοσήμων Ζακυνθινών οικογενειών.
• Το πιάνο του Παύλου Καρρέρ.
• Οι παρτιτούρες έργων του Παύλου Καρρέρ.
• Το πιάνο του Ιωάννη Τσακασιάνου.
• Οι ακουαρέλες του Χρήστου Ρουσέα με θέμα τις ζακυνθινές ενδυμασίες (αντίγραφα των έργων του Διονυσίου Καλυβωκά).
• Οι μακέτες κοστουμιών του Κλεόβουλου Κλώνη για την παράσταση των «Τριών Κόσμων» του Διονυσίου Ρώμα που ανέβηκε στο Εθνικό θέατρο τη χειμερινή περίοδο του 1951.
• Η μινιατούρα λεντίκα, άγνωστου κατασκευαστή και η ακουαρέλα λεντίκα του Ρουσέα.
• Τα πορτραίτα: Ελισάβετ Μουτσά – Μαρτινέγκου, Δημητρίου Σολωμού, Αντωνίου Μάτεση, Ιωάννη Τσακασιάνου, Αντωνίου Γαήτα, Κωνσταντίνου Λομβάρδου, Διονυσίου Ταβουλάρη, Νικολάου Λούντζη, Παύλου Καρρέρ, Διονυσίου Ρώμα και Ερμάννου Λούντζη.
• Οι προτομές των Αντωνίου Κομμούτου και Ερμάννου Λούντζη και
·  Τα ζακυνθινά έπιπλα του 19ου αιώνα.
          Με οδηγούς δύο κούκλες – μαρότες, οι οποίες σε ρόλο ιστορικής προσωπικότητας, η μία ενσαρκώνει την «κοντέσα Έλενα Μιχαλίτση» και η άλλη την «κοντέσα Ελισάβετ Μουτσά Μαρτινέγκου», τα παιδιά εξοικειώνονται κατ΄ αρχήν με το χώρο του Μουσείου. Πληροφορούνται από τις ειδικές καρτέλες τα βιογραφικά στοιχεία των ιστορικών προσώπων που έλαβαν πρόσκληση για την χοροεσπερίδα  του ζεύγους Μαρτινέγκου και παίρνουν καρτελάκια με το όνομα της ιστορικής προσωπικότητας που θα ενσαρκώσει το καθένα.

          Το πακέτο εξερεύνησης περιλαμβάνει:
· Το σημείωμα του Αντωνίου Μαρτινέγκου στην Έλενα Μιχαλίτση που συνόδευε το «ριπίδιον».
·     Μια επίσημη αναφορά της Γερουσίας των Ιονίων Νήσων για το γεγονός της ύψωσης της Βρετανικής σημαίας στο κάστρο της Ζακύνθου.
·        Μια σελίδα από το ημερολόγιο της Έλενας Μιχαλίτση.
·   Απόσπασμα από το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού «Το όνειρο», το οποίο αναφέρεται στον Αντώνιο Μαρτινέγκο.
·        Ένα αντίτυπο της Gazzetta Jonia (4 Ιανουαρίου 1817).
·        Ένα ζευγάρι δαντελένια γάντια.
·        Ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο.
·        Μια εσάρπα.
·        Ένα κρυστάλλινο μπουκαλάκι αρώματος.
·        Μια πίπα για ταμπάκο.
·        Μια άμαξα μινιατούρα.
·        Μια παρτιτούρα του Παύλου Καρρέρ.
Η μουσική που συνοδεύει την χοροεσπερίδα και φυσικά όλη τη δράση του προγράμματος, είναι μουσική που προέρχεται από παρτιτούρες του Παύλου Καρρέρ, το Αρχείο του οποίου φυλάσσεται στο Μουσείο και έχει μοναδικά ζωντανέψει σε παραγωγές του «Σωματείου των Φίλων» μας και μπορείτε να τις προμηθευτείτε αποκλειστικά στο Πωλητήριο του Μουσείου.
Μέσα από ειδικές καρτέλες και ειδικό εκτυπωμένο φωτογραφικό υλικό, τα παιδιά παίρνουν πληροφορίες για τα αρχοντικά της Ζακύνθου τον 19ο αιώνα: τις καμαριέρες και τους διακοσμητές τους, για τους καστελάνους και τους μάγειρες/μαγείρισσες και για τους μουζικάντες.
Μέσα από ειδικές εκπαιδευτικές τεχνικές: «Ιστοριογραμμή», επιλογή ενός παλιού αντικειμένου και προσδιορισμός των πολιτισμικών συμφραζομένων της κατασκευής και της χρήσης του, ασκήσεις δημιουργικής γραφής, καταιγισμό ιδεών, φύλλα εργασίας, χωρισμό σε ομάδες, παγωμένη εικόνα, παιχνίδια ρόλων και άλλα τα παιδιά καταφέρνουν:
• Να εξοικειωθούν με τον χώρο του μουσείου.
• Να διερευνήσουν τις έννοιες «προσωπική και συλλογική μνήμη», «παράδοση», «μουσείο» και «πολιτιστική κληρονομιά».
• Να καλλιεργήσουν την παρατηρητικότητα, την μνήμη και την φαντασία τους.
• Να αναπτύξουν τις δημιουργικές τους ικανότητες.
• Να αναστοχαστούν πάνω στην εμπειρία τους.
• Να ψυχαγωγηθούν, να βιώσουν τον μουσειακό χώρο ως ένα πεδίο αυτενέργειας και δημιουργικότητας, διαμορφώνοντας έτσι γενικότερα μια θετική στάση απέναντι στο Μουσείο.

          Κυρίες & Κύριοι,

Ο μοναδικός, πρωτότυπος και πολυσήμαντος τρόπος σύνθεσης του εκπαιδευτικού προγράμματος  "Το ριπίδιον της κοντέσας Μιχαλίτση", συνθέτει την ατμόσφαιρα της αλλοτινής Ζακύνθου του 19 ου αι., την πλουτίζει, της δίνει χρώμα, ήχο, κίνηση, εικόνα. Πλαισιώνει αισθητικά το λόγο, ισχυροποιεί το μήνυμα και εμπλουτίζει θαυμάσια τις διδακτικές επιλογές του δασκάλου. Είναι μια ακόμα ματιά στην επιστημονική γνώση, πιο ζεστή και οικεία, αλλά εξίσου διερευνητική. Ματιά προσωπική, αλλά και παγκόσμια.

Το Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων υπηρετώντας πιστά το ρόλο του ως Ανοιχτό Σύγχρονο Μουσείο, θα προσπαθεί να ενισχύει με όλες του τις δυνάμεις αυτές τις καλές δράσεις.


Σας ευχαριστώ.

H ομιλία εκφωνήθηκε στο πλαίσιο του τριήμερου εκπαιδευτικού σεμιναρίου που οργάνωσε το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Λιθακιάς και πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ζακύνθου, την Παρασκευή 2-12-2016. Το Μουσείο Σολωμού συμμετείχε στο σεμινάριο με την ανωτέρω εισήγηση και το Σάββατο 3-12-2016 με ξενάγηση στα πορτραίτα του 19ου αι. που συμμετέχουν στη δράση από την αρχαιολόγο Κατερίνα Δεμέτη και βιωματικό εργαστήριο με θέμα "Αποσπάσματα Ευρωπαϊκής Μουσικής 19ου αι." από το δικηγόρο-ερευνητή κ. Στέλιο Τζερμπίνο.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

«ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ»: Η έκθεση της Ελένης Γούναρη στο Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων.


Η δυναμική ενός Μουσείου δεν εξαντλείται στα μόνιμα εκθέματα της συλλογής του ούτε στα αντικείμενα που βρίσκονται στις αποθήκες του και αποκτά μέσα από αγορές, δωρεές ή χρησιδάνεια. Έγκειται κυρίως στο διάλογο που αναπτύσσει με τους επισκέπτες του και στη δυνατότητα που έχει κάθε φορά να αναπροσαρμόζεται στις συνθήκες της εποχής του.

Έτσι η έκθεση της Ελένης Γούναρη, με τίτλο «ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ», μιας ζωγράφου, που ανήκει στην πρωτοπορία των εικαστικών της πατρίδας μας, συμβάλλει στην ανάπτυξη αυτού του διαλόγου, καθώς ευαισθητοποιεί πάνω σε θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο και στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Τα έργα της, που εκτίθενται στο Μουσείο Σολωμού, προέρχονται από όλες τις περιόδους της εικαστικής της διαδρομής και καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα των προβλημάτων, που βασανίζουν τον άνθρωπο της εποχής μας. Συγχρόνως, με αυτοσαρκασμό, δίνει και τη δική της ερμηνεία για τον τρόπο που η ίδια τοποθετείται στα προβλήματα αυτά. («Είναι αυτό Τέχνη;», έργο καταλόγου αρ.1).
Με στέρεες λογοτεχνικές βάσεις, ξεκινά την εικαστική της περιπέτεια αξιοποιώντας την μικτή τεχνική και το κολάζ, την ακουαρέλα, το κάρβουνο, το λάδι και τα ακρυλικά. Εμπνέεται από την πρώτη –και ίσως ωραιότερη- εκτενή ποιητική σύνθεση από τις 17, της «Τέταρτης Διάστασης» του Γιάννη Ρίτσου, Τη Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956) για να θέσει το θέμα του Χρόνου («Σονάτα Ι», «Σονάτα ΙΙ», έργα καταλ. αρ.2-3). 
Η ηλικιωμένη Γυναίκα με τα Μαύρα, μπροστά στην επικείμενη δύση της ζωής της, ζητά επιτακτικά από τον ωραίο Νέο, που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας του: «Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου». Η υπόμνηση της ομορφιάς και της νιότης που περνά, καθοδηγεί τον επισκέπτη της έκθεσης να σκεφτεί το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης (παιδική ηλικία-εφηβεία-ενηλικίωση-ωριμότητα-γηρατειά) και να επανατοποθετηθεί πάνω στο τι ήθελε/θέλει, τι προσδοκά, τι τελικά πραγματοποίησε στην διαδρομή της ζωής του. Έμμεση παρότρυνση της ζωγράφου για τους στόχους και τις επιλογές του καθένα μας…
       Χρησιμοποιώντας θεματικά μοτίβα, που αναδεικνύονται σε σύμβολα στο έργο της, όπως η σκάλα («Το βάθος» έργο καταλ.αρ.4), παρουσιάζει την ανοδική και καθοδική πορεία της ζωής μας και μόνον η μετατροπή του χρώματος από γκρι σε κόκκινο, μπορούν να δώσουν χρώμα στις εμπειρίες μας: άλλες καλές και άλλες κακές,  («Κόκκινη σκάλα», έργο καταλ. αρ. 28). Όλες όμως οι σκάλες είναι κομμένες, υπόμνηση ότι όλα κάποτε τελειώνουν.


Συχνά πάλι βασανιζόμαστε από τον προβληματισμό για το ποιον δρόμο θα ακολουθήσουμε: θ’ ανεβούμε ή θα κατεβούμε το σκαλί; («Δισταγμός»έργο καταλόγου αρ.20). 

Αυτή η δυνατότητα της επιλογής, μάς δίνει και την ελευθερία να ακολουθήσουμε ή να απορρίψουμε μίαν ιδέα, ένα σύντροφο, μία πολιτική τοποθέτηση. Και το αποτέλεσμα αυτής μας της επιλογής μπορεί να είναι η απουσία μας από την ζωή του άλλου («Έφυγε», έργο καταλ.αρ.21) ή η λεπταίσθητη εμπειρία από κάτι που ειπώθηκε κι άφησε το χνάρι του στη ζωή μας («Was it something that you said?», έργο καταλ.αρ.22). 



Αυτές οι επιλογές είναι που μας ομορφαίνουν ή μας ασκημαίνουν Μορφή Ι» και « Μορφή ΙΙ», έργα καταλ. αρ.5-6) κι άλλοτε μας κάνουν να φαινόμαστε σκεφτικοί, καθώς μας κυνηγούν απρόσωπες, λευκές μορφές - οι Ερινύες των πράξεών μας Περισυλλογή», έργο καταλ.αρ.7) κι άλλοτε μας κάνουν να φαινόμαστε σίγουροι γι’ αυτές, έχοντας τοποθετήσει στέρεα σημεία στις αναζητήσεις μας, τόσο στέρεα, όπως οι αρχαιοελληνικές Ερμές, οι λίθινες τετράπλευρες ορθογώνιες στήλες με την προτομή στην κορυφή και τον κορμό άνδρα, που τοποθετούνταν ως οδοδείκτες ή αφιερώματα ή σύμβολα ορίων μιας ακίνητης περιουσίας («Αμφιπρόσωπη Μορφή», έργο καταλ.αρ.8).

 

Ζώντας ωστόσο σε μια εποχή που κυριαρχεί η τεχνολογία, πολλοί από εμάς έχουμε απολέσει την πραγματική ζωή, έχουμε απολέσει την ίδια την ψυχή μας κι έχουμε κλειστεί στην οθόνη ενός κομπιούτερ («Στην οθόνη», έργο καταλ.αρ.9).


 Έξω από αυτή δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχουν ανθρώπινες σχέσεις, όλα αναβοσβήνουν παγερά στα χρώματα των pixels. Για κάποιους τυχερούς όμως υπάρχει ελπίδα: είναι ο έρωτας, είναι η αγάπη, είναι η αρχή μιας σχέσης, που μας οδηγεί να ανεβούμε την κλίμακα του βίου μας και να θέσουμε στόχους, να κυνηγήσουμε καρέκλες, στο τέλος όμως όλα ξαναγυρίζουν στο χάος, καθώς όλοι είμαστε χαμένοι από τον τρόπο που μας έχουν επιβάλει οι άλλοι να ζούμε και από τις λάθος επιλογές μας Life», έργο καταλ.αρ.10).


Ευγενικές μορφές των γραμμάτων μας, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1961), έχει μιλήσει μέσα από τα έργα του για την αμφιθυμία της ανθρώπινης φύσης [Μαργαρίτα Στέφα (1906), Ο κόκκινος βράχος (1915), Πλούσιοι και φτωχοί, Τίμιοι και Άτιμοι, Τυχεροί και Άτυχοι: Μια κοινωνική  τριλογία(1926) κ.ά.]. Στα Σκίτσα που φιλοτέχνησε η Γούναρη για το πρόγραμμα του Συνεδρίου, που οργάνωσε η Εταιρεία Μελέτης Έρευνας και Προαγωγής Πολιτισμού «ΠΛΑΤΥΦΟΡΟΣ», με θέμα: «Γρηγόριος Ξενόπουλος, ’50 χρόνια μετά, Ζάκυνθος 16-17-18 Νοέμβρη 2001», τον βλέπουμε να μας παρακολουθεί σκεπτικός, με όλη τη γλυκύτητα και τη σοφία της καλοσυνάτης του μορφής. («Ξενόπουλος», Τρίπτυχο, έργο καταλ.αρ.11).
Ίσως διαισθάνεται κι εκείνος, αυτό που η ζωγράφος μετά από χρόνια θα καταγγείλει, για το βιασμό της φύσης, στα έργα της με περιβαλλοντικό μήνυμα («Σκουριά», έργο καταλ.αρ.12), και σε αυτά που στηλιτεύουν την απάθειά μας απέναντι στα μνημεία, που καθημερινά βρωμίζουν και καταρρέουν από την αδιαφορία μας («Σκιά», έργο καταλ. αρ.13).

 Και δεν είναι ο μόνος: Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), Δημήτρης Λάγιος (1952-1991), εμβληματικές μορφές του ζακυνθινού Επτανησιακού Πολιτισμού, σήκωσαν ψηλά, ο καθένας στον τομέα του, την αίγλη του μικρού μας νησιού. Ανέβηκαν τη δική τους κλίμακα στον υπέρτατο αναβαθμό και κατάφεραν να γίνουν σύμβολα, πρωτεργάτες Σχολών και γιατί όχι λατρεμένα είδωλα, που έδωσαν άλλοθι σε πολλές από τις δικές μας παραλείψεις («Σε αυτό το θέατρο έχουμε Θεατές», έργο καταλ.αρ.14).

Και τον λόγο τον δίνει γι’ αυτό η Γούναρη. Γιατί είμαστε όλοι ηττημένοι. («Lost», έργο καταλ.αρ.15). Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε το μεγαλείο του δικού τους έργου, που προέκυψε από μεγάλο μόχθο πνευματικό, από πάλη με τον εσωτερικό τους κόσμο και από αντιξοότητες εξωτερικές. Γι’ αυτό κατρακυλάμε όλο και πιο βαθιά, στης σπείρας τους ατέρμονους κύκλους, χαμένοι στο δικό μας μικρόκοσμοΕσωτερικό», έργο καταλ.αρ.16).


Ακόμα και παγκόσμια ζητήματα, όπως το προσφυγικό, που έχουν πάρει διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης, αδυνατούμε να προσεγγίσουμε την επίλυσή του, κλεισμένοι, ο καθένας και όλοι μαζί, στις προσωπικές μας αγκυλώσεις, παρασυρμένοι από άστοχες συλλογικές αποφάσεις κι ενέργειες. Η ζωγράφος όμως, δίνει τη δική της συνεισφορά, με τις αφίσες που επελέγησαν στο διαγωνισμό αφίσας για το Ίδρυμα Κακογιάννη, του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (3-19 Ιουνίου 2016), στην επίλυση του προβλήματος (Μεταναστευτικό Ι και Μεταναστευτικό ΙΙ, έργα καταλ. αρ.5-6). Ξεχωρίζοντας από το καραβάνι των προσφύγων την αιώνια μορφή της πατρικής και της μητρικής φιγούρας, με το βρέφος στην αγκαλιά, στοχεύει κατευθείαν στο θυμικό μας.

 Μας προκαλεί να σκεφτούμε και την δική μας πατρίδα, και γιατί όχι, να σιγοτραγουδήσουμε τον «Φιλόπατρι» του άλλου Μεγάλου μας Ποιητή, Ανδρέα Κάλβου, τον οποίο μνημονεύει στο έργο που φιλοτέχνησε για το Αφιέρωμα για τα 140 χρόνια από τον θάνατό του, για το περιοδικό Επτανησιακά Φύλλα, (Ζάκυνθος, Φθινόπωρο- Χειμώνας 2009, σελ. 635), («Του Κάλβου», έργο καταλ.αρ.19). Σ’ αυτό εμπνέεται από την ε΄ στροφή: «Συ, όταν τα ουράνια ρόδα με αμαυρότατον / πέπλον σκεπάζη η νύκτα / Συ είσαι των ονείρων μου / η χαρά μόνη». Πώς οι πρόσφυγες να νοιώθουν, εγκλωβισμένοι σε αφιλόξενες νέες χώρες, στοιβαγμένοι στα γκέτο της ντροπής, θαλασσοπνιγμένοι από τα νερά φουρτουνιασμένων θαλασσών, χτυπημένοι από την αδιαφορία και την απάθειά μας;

Η ζωγράφος ενεργοποιείται και σε θέματα αλληλεγγύης, όπως η πολύ όμορφη εκστρατεία του «Καφέ σε αναμονή», από την οποία προέκυψε το ομώνυμο έργο («Καφές σε αναμονή», έργο καταλ.αρ.22), που γεννήθηκε για να δώσει μία πρακτική απάντηση σε συνανθρώπους μας, που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάρουν ούτε  έναν καφέ, στην Ελλάδα της κρίσης.  Και κάνει την ευχή οι τοίχοι μας, που υψώνουμε γύρω μας να έχουν παράθυρα, μέσα από το ομώνυμο έργο («Να ‘χουν οι τοίχοι παράθυρα», έργο καταλ.αρ.24).

 Γιατί πόσα μπορούμε να κάνουμε από το καναπέ μας; Από ελάχιστα έως τίποτα, καταλήγοντας τελικά να είμαστε ολοκληρωτικά lost-losers-χαμένοι («Από τον Καναπέ», έργο καταλ.αρ.25)Υπάρχει όμως η λύση, το περιβάλλον μπορεί να δεχτεί αλλαγή, φτάνει να μην το βλέπουμε απλά σαν ένα φόντο δράσης των δικών μας εσωτερικών προβλημάτων, αλλά να αποφασίσουμε να σπάσουμε τα όρια του αυτοεγκλωβισμού μας και να δράσουμε («Με φόντο», έργο καταλ.αρ.26).
Αυτό βέβαια το επιτυγχάνουν λίγοι. Στο «Ξέφυγε» (έργο καταλ.αρ.27), Λάδι· Εκτύπωση· Ένδυμα, Ένας από το πλήθος, το καταφέρνει. Μας κοιτάζει κατ’ ενώπιον, ενώ όλοι οι υπόλοιποι, παραδομένοι στον συρμό, αφήνονται να παρασυρθούν από το ρεύμα της εποχής. Η καρδιά όμως του Ενός πάλλεται, και ακόμα και αν μπορεί ως έργο να αναπαραχθεί ως εκτύπωση - μια τέχνη φτηνή και συχνή στις μέρες μας-  λίγο λίγο η αντίδραση του Ενός μπορεί να παρασύρει και τους υπόλοιπους και να αποκτήσει σώμα, υπόσταση, να ξεφύγει και να οδηγήσει σε ανατροπή.


Έτσι τελικά η Ελένη Γούναρη με τις ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ της, μέσα από τη δική της ιδιαίτερη οπτική, επανιδρύει συνειδητά το διάλογο με το παρελθόν, εντοπίζει τα εσωτερικά ζητήματα που ταλανίζουν τον καθένα μας, στηλιτεύει φαινόμενα κοινωνικά και προτείνει τις ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ, που ο καθένας μας θα επιτρέψει στον εαυτό του να αντιληφθεί, μετά την επίσκεψή του στην έκθεσή της, στο Μουσείο.